ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Νίκος Δένδιας: Φωνές και ψίθυροι

prosopa-tis-evdomadas0Πόσες φωνές έχει η ελληνική εξωτερική πολιτική; Η ερώτηση είχε εκ των πραγμάτων τεθεί, πριν από την τηλεοπτική εμφάνιση του Αλέξανδρου Διακόπουλου που οδήγησε στην έξοδό του από το Μαξίμου, όπου κρατούσε τη νεότευκτη θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας.

Η ερώτηση περί πολυφωνίας –ας μην την πούμε ακόμη «κακοφωνία»– είχε προκύψει από νωρίς και από τον συντονισμό Αθήνας – Λευκωσίας, που έδειχναν ότι πάσχιζαν να «πατήσουν» στην ίδια νότα.

Η παραπολιτική ερμηνεία της δυσκολίας να κρατήσει η Αθήνα ενιαίο το μήνυμά της εστιάζει στα πολλά πρόσωπα που εμπλέκονται, είτε σε συμβουλευτικό είτε σε «επιχειρησιακό» διπλωματικά ρόλο. Ενοχοποιείται έτσι ένα σχήμα που είναι απαραίτητο προκειμένου να μπορεί η χώρα να αξιοποιεί όλους τους διαύλους –επίσημους και ημιεπίσημους, τυπικούς και άτυπους.

Αν το πρόβλημα είναι όντως μια ενδοκυβερνητική ασυνεννοησία ως προς αυτά που πρέπει γίνονται και αυτά που μπορούν να λέγονται, λύνεται εύκολα. Αυτό που δεν θα λυνόταν εύκολα, με απλή άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του πρωθυπουργού, θα ήταν μια γνήσια διαφορά στρατηγικής, που θα προκαλούσε διάθλαση του αφηγήματος της εξωτερικής πολιτικής σκόπιμα, και όχι πια από ατύχημα.

Τα επόμενα εικοσιτετράωρα θα είναι, ενδεχομένως, διαφωτιστικά. Την Τετάρτη η Βουλή θα αρχίσει να συζητάει τις συμφωνίες που υπέγραψε ο Νίκος Δένδιας με Ιταλία και Αίγυπτο. Αυτές οι δύο συμβάσεις –οι πρώτοι τίτλοι οριοθέτησης ΑΟΖ, αν εξαιρέσει κανείς τη ναυαγισμένη συμφωνία με την Αλβανία– εξασφαλίζουν περισσότερα από όσα ρητώς διαλαμβάνουν. Πιστοποιούν το status της Ελλάδας ως ήρεμης δύναμης, που δεν επικαλείται μόνο δεοντολογικά το διεθνές δίκαιο, αλλά μπορεί να το ενεργοποιεί για να κατοχυρώσει στην πράξη τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Μπορεί άραγε πάνω σε αυτή τη θεμελιώδη διαπίστωση να επιτευχθεί εθνική ομοφωνία; Η συζήτηση στη Βουλή θα είναι μια δοκιμασία. Η επιλογή της αντιπολίτευσης να ψηφίσει «παρών» σημαίνει ότι θα χρειαστεί να επιχειρηματολογήσει κατά της ελληνοαιγυπτιακής διευθέτησης. Θα χρειαστεί δηλαδή να επισημοποιήσει την άποψη ότι η συμφωνία είναι «βιαστική» και βλαπτική για το εθνικό συμφέρον.

Το ερώτημα είναι αν η αντιπολίτευση θα είναι μόνη, ή αν θα βρει δεξιά αντιφωνία από εκείνα τα στόματα που σταδιοδρομούν αναθεματίζοντας οποιαδήποτε συμβιβασμό ως μειοδοσία. Στη σκηνή του Κοινοβουλίου, αλλά και μετά, όταν θα σημάνει η ώρα του διαλόγου, θα φανεί αν είναι υπερβολικές οι ανησυχίες ότι οι δυνάμεις του όψιμου εθνικολαϊκισμού μπορεί να συναντηθούν σε ένα ετερόκλητο μέτωπο με τους συντηρητικούς της αγέρωχης αδράνειας. Αυτή, όντως θα ήταν κακοφωνία.

Τζο Μπάιντεν: Κάλπη για όλους

prosopa-tis-evdomadas2Ο λαός; Πού είναι ο λαός; Γίνεται συνέδριο τόσο μεγάλου κόμματος, τόσο μεγάλης χώρας, χωρίς γεμάτες κερκίδες;

Ετσι άψυχα, χωρίς πολύχρωμα μπαλόνια, κωμικά καπέλα και χάρτινες αστερόεσσες να ανεμίζουν, έγινε το τηλεσυνέδριο των Δημοκρατικών. Το θέαμα ήταν αλλόκοτο κι ανησυχαστικό.

Ο δήμος δεν είχε σώμα. Ο φόβος του ιού κατάφερε να κόψει τον λώρο που ενώνει την πολιτική με τους πολίτες. Από τη φαντασμαγορική αμερικανική δημοκρατία έμοιαζε να έχει απομείνει μόνο το σκηνικό. Ή μήπως όχι;

Παρότι στερήθηκε τη νομιμοποιητική ηχώ της αρένας, αυτή η αναπαράσταση συνεδρίου αποδείχθηκε καταδικασμένη να εστιάσει στον πολιτικό λόγο. Οι ομιλούσες κεφαλές στην οθόνη δεν είχαν άλλα μέσα πειθούς. Απέναντι στο μάτι της στατικής κάμερας μπορούσαν να απευθύνουν μόνο το κείμενο.

Ετσι, με καταναγκαστική λιτότητα, το εικονικό γεγονός κατάφερε να αποκαταστήσει αφηγηματικά τη μεγάλη Αμερική. Την πολύχρωμη χώρα που ωριμάζει μέσα από τις κρίσεις της. Κατάφερε να αντικατοπτρίσει το πολυστρωματικό εκλογικό σώμα που σε λιγότερο από τρεις μήνες καλείται να ψηφίσει για όλους μας.

Θα ψηφίσει για την αντοχή της δυτικής δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Θα αποφασίσει για την επιβίωση του πλανήτη που πλησιάζει αισθητά το σημείο της κλιματικής τήξης. Θα ψηφίσει για την αντιμετώπιση της πιο δεινής πανδημίας του τελευταίου αιώνα και για τις ελπίδες υγειονομικής και οικονομικής ανάνηψης. Θα αποφασίσει για τη δυνατότητα διατήρησης της διεθνούς νομιμότητας εκεί που τώρα χάσκει ένα κενό – το κενό που γίνεται οδυνηρά αισθητό και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτή η περιγραφή μπορεί να ακούγεται υπερβολικά δραματική, ιδίως αν προσπαθήσει κανείς να προβάλει όλες αυτές τις μεγαλόπνοες προσδοκίες στο πελιδνό πρόσωπο του Τζο Μπάιντεν.

Βλέποντας αυτή την οικεία φιγούρα της αμερικανικής πολιτικής να κουβαλάει πάνω της όλη τη σκόνη του χρόνου, έχει κανείς την αίσθηση ότι παρακολουθεί έναν κεντροαριστερό Κλιντ Ιστγουντ. Εναν βετεράνο της δράσης που, για να κρατηθεί στη σκηνή, είναι αναγκασμένος να πουλάει τη βραδύτητά του για βαθύτητα.

Κι όμως. Η εμφάνιση του υποψηφίου των Δημοκρατικών ισοδυναμούσε με την παλινόρθωση της έναρθρης πολιτικής – του πολιτικού που μπορεί τουλάχιστον να τελειώσει μια πρόταση χωρίς να πνιγεί από την εγωπάθεια.

Ο δήμος δεν ήταν εκεί. Αλλά είχε την ευκαιρία να ακούσει –ιδίως στο παθιασμένο προσκλητήριο του Ομπάμα– να περιγράφονται με ενάργεια όλοι οι ιστορικοί κίνδυνοι που ελλοχεύουν στην κάλπη του Νοεμβρίου.

Ολοι κινδυνεύουμε. Αλλά μόνο οι Αμερικανοί αποφασίζουν.