ΑΠΟΨΕΙΣ

Βάσεις για όλους, δίχως εκπαίδευση…

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα από τα βασικά συστατικά της «ελληνικής πραγματικότητας» είναι η εκπαίδευση. Γεμάτη προβλήματα, επιρροές που δεν έχουν καμία σχέση ούτε με τη γνώση ούτε με τη λογική, μακριά από τις ανάγκες των καιρών και βυθισμένη στην κομματική/πελατειακή αντιπαράθεση, συνεχίζει το αμέριμνο ταξίδι της μέσα στη μετριότητα και στην αναπαραγωγή της. Και επειδή η εκπαίδευση δεν είναι μία αφηρημένη έννοια, αλλά η κατάσταση και το επίπεδό της δημιουργούν συνέπειες στη μόρφωση ή στην εκμάθηση δεξιοτήτων του πληθυσμού, όπως και στη σχετικά εύρυθμη λειτουργία του κράτους, αποτελεί και
θέμα ανησυχίας.

Ασφαλώς και είναι λίγοι, πιθανότατα ελάχιστοι, εκείνοι στην ελληνική επικράτεια που ανησυχούν πραγματικά και μετά λόγου γνώσεως για την κατάσταση της εκπαίδευσης στη χώρα. Από το δημοτικό, πολύ περισσότερο από το γυμνάσιο και το λύκειο, ώς την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σίγουρα στους ελάχιστους που ανησυχούν και προβληματίζονται δεν ανήκουν εκείνοι που θα έπρεπε. Δηλαδή η πολιτική τάξη στο σύνολό της, γενικά οι διδάσκοντες κρίνοντας τόσο από τη στάση των συνδικαλιστικών οργάνων τους (με την υπενθύμιση ότι οι συνδικαλιστές εκλέγονται από τη βάση), όσο και από την προσωπική κατάρτιση, συμπεριφορά και επιδόσεις των περισσοτέρων από αυτούς, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι (μαθητές, φοιτητές και γονείς), οι δημοσιογράφοι και τα μίντια που φροντίζουν με όλες τις δυνάμεις και την άγνοιά τους να συντηρείται η σημερινή κατάσταση.

Είναι φανερό ότι αν δεν ήταν έτσι όπως περιγράφονται τα πράγματα, θα είχαν ήδη μπει τα θεμέλια μιας συναίνεσης με στόχο τις απαιτούμενες αλλαγές εκσυγχρονισμού της εκπαίδευσης. Δεν έχουν μπει όμως, ούτε διαφαίνονται τέτοιες προοπτικές. Πώς να δημιουργηθούν συνθήκες συναίνεσης όταν οι αντιλήψεις περί εκπαίδευσης στον ΣΥΡΙΖΑ διαπνέονται από κομματισμό, ιδεοληψία και εκκωφαντική άγνοια, το ΚΚΕ είναι κολλημένο στη στήριξη απερίγραπτων συνδικαλιστικών αιτημάτων, η Εκκλησία επιμένει να κάνει «κουμάντο», μεταξύ άλλων. Αλλωστε, όλοι σχεδόν βολεύονται με τη σημερινή κατάσταση, τη μετριότητα, τη χαλαρότητα των κανονισμών και την έλλειψη στοιχειώδους αξιοκρατίας που τη χαρακτηρίζει. Βολεύονται οι δάσκαλοι και οι καθηγητές του γυμνασίου και του λυκείου, οι καθηγητές των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, οι μαθητές και οι φοιτητές, οι γονείς τους, οι παπάδες, οι πολλοί και διάφοροι που ψωμίζονται από γυμνασιακή και πανεπιστημιακή μαύρη ή επίσημη οικονομία.

Ολα τα παραπάνω με αφορμή βέβαια την ανακοίνωση των φετινών βάσεων που αναδεικνύουν γνωστά χαρακτηριστικά της εκπαίδευσής μας. Επιβεβαίωσαν τις αδυναμίες των Ελλήνων μαθητών στην κατανόηση κειμένου, στα μαθηματικά, στη φυσική, όπως συνεχώς προκύπτουν από τις αξιολογήσεις του προγράμματος PISA. Αδυναμίες που μπορούν να παρατηρηθούν άλλωστε και δίχως τη βοήθεια του συγκεκριμένου προγράμματος. Με την ευκαιρία πάντως φάνηκε επίσης ο μεγάλος αριθμός των παντελώς άχρηστων σχολών που επιμένει να διατηρεί το σύστημα, σε συνδυασμό με την αναγόρευση σε φοιτητές παιδιών με εξαιρετικά χαμηλή βαθμολογία και γνώσεις.

Η πτώση των βάσεων σε κάποιες σχολές υψηλής ζήτησης στο παρελθόν δεν αλλάζει τη σειρά των επιτυχόντων και εκείνο που μπορεί να δείχνει είναι τη γενική ανταπόκριση των υποψηφίων στα πιο δύσκολα θέματα, ή την ανεπάρκεια της κατάρτισης στο λύκειο. Το μεγάλο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η εμφανής τάση ισοπέδωσης προς τα κάτω. Οι πάντες προχωρούν στο λύκειο και παίρνουν απολυτήριο, όλοι σχεδόν μπαίνουν σε κάποια σχολή, πολλές σχολές που θα έπρεπε να είναι τεχνικές ή ανώτερες αναβαθμίστηκαν σε ανώτατες (ελέω Γαβρόγλου). Επιπρόσθετα, το σύστημα ενθαρρύνει ελάχιστη ή και καθόλου επιμέλεια και σεβασμό σε κανόνες, λειτουργεί με τη λογική της θεσιθηρίας για τους διδάσκοντες όλων των βαθμίδων και διανέμει εξίσου τυπικά προσόντα σε «καλούς», «μέτριους» και «κακούς», ώστε να έχουν απαιτήσεις από το κράτος και να εξασφαλίζουν βόλεμα στο Δημόσιο.

Στο ερώτημα πώς γίνεται και διακρίνονται τόσοι Ελληνες σε καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού και θέσεις, αν η εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι τόσο μέτρια, υπάρχει απάντηση. Αφενός πρέπει να διαπιστωθεί ποιο είναι το ποσοστό των παιδιών από δημόσια και ιδιωτικά σχολεία που γίνονται δεκτά σε καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, αφετέρου είναι γεγονός ότι πολλές σχολές των ελληνικών πανεπιστημίων παράγουν εξαιρετικούς επιστήμονες. Για το δημόσιο σύστημα, την έλλειψη δεξιοτήτων και τον χαμηλό μέσο όρο μιλάμε...