ΑΠΟΨΕΙΣ

Ομαδικό σπορ η πολιτική

Αν ψάξουμε σε ιστορίες, αρχεία της Βουλής, Ιντερνετ κτλ., κάποια στιγμή θα πέσουμε και σε βουλευτή που παρέδωσε την έδρα του στο κόμμα μόλις τον διέγραψε ο αρχηγός ή αποχώρησε με τη θέλησή του. Αλλά, όσα κι αν είναι τα ούτως ειπείν «πιστρόφια», μάλλον δεν ξεπερνούν το ποσοστό αποδοχής των αιτημάτων για παροχή ασύλου (υπό το 1%) ή της άρσης της βουλευτικής ασυλίας (αυτό ήταν κάτω και από το 0%, αλλά ανέβηκε με τη Χ.Α.).

Ελάχιστοι σκέφτηκαν ότι οφείλουν να επιστρέψουν την έδρα στο κόμμα με τα λάβαρα του οποίου πολιτεύτηκαν και εκλέχτηκαν. Οι συντριπτικότατα περισσότεροι περνούν από το ένα αυτονόητο («βεβαίως και την επιστρέφω») στο άλλο («βεβαίως και δεν την επιστρέφω») με ταχύτητα νοός, μεγαλύτερη και από την ταχύτητα του φωτός. Αφού το μυαλό τους, που λίγο πριν ασπαζόταν την υποχρέωση της επιστροφής, βρίσκει πολύ γρήγορα καινούργια σοφίσματα, για να κηρύξει αναπαλλοτρίωτο το δικαίωμα της κράτησης ή παρακράτησης της έδρας.

Δεν ενδιαφέρει εδώ από ποιο κόμμα φεύγει κάποιος βουλευτής. Αλλωστε, ως προς αυτό έχουν πέσει όντως οι διαχωριστικές γραμμές. Η συμπεριφορά των αποχωρούντων ή διαγραφομένων είναι ίδια, με όποιο κομματικό όχημα κι αν «κατέβηκαν στον λαό». Οι πολιτευόμενοί μας δεν φαίνεται να κατανοούν την πολιτική ως ομαδικό άθλημα. Κι αυτό ενώ ακόμα και οι γκολτζήδες των γηπέδων λένε (έστω για λόγους ποδοσφαιρικής ορθότητας) «πάνω απ’ όλα η ομάδα, δίχως τους συμπαίκτες μου δεν θα τα κατάφερνα» κτλ. Υποθέτουν λοιπόν οι βουλευτές, ή μάλλον πιστεύουν ακράδαντα, ότι οι σταυροί που συγκέντρωσαν ήταν μια ελάχιστη ανταπόκριση του λαού στη λάμψη τους, μια μικρή ανταμοιβή για τη γενναιοψυχία τους, που τους ώθησε να μπλέξουν με τα κοινά και να ταλαιπωρηθούν από την «πολλή συνάφεια».

Υπάρχουν όντως περιπτώσεις, κυρίως στο παρελθόν και στην περιφέρεια, όπου ένας γιατρός λ.χ., που παραμένει φτωχός και ταπεινός έπειτα από δεκαετίες δουλειάς, δηλαδή προσφοράς, επιβραβεύεται από τους συμπολίτες του, που τον αναδεικνύουν δήμαρχο ή βουλευτή. Αλλά αυτό είναι σπάνιο. Στις πρώτες θέσεις της σταυροδοσίας διακρίνουμε συνήθως ανθρώπους «αναγνωρίσιμους», όπου κι αν χρωστούν την αναγνωρισιμότητά τους. Αν όμως κατέβαιναν μόνοι τους, ως ανεξάρτητοι, τίποτα δεν θα κατάφερναν. Ιδιαίτερα στα κόμματα της Αριστεράς, όπου σχεδόν μόνο οι κομματικοί σταυρώνουν (αλλά πόσοι είναι οι στενά κομματικοί του ΣΥΡΙΖΑ και της ΔΗΜΑΡ;), οι υποψήφιοι δεν κάνουν προσωπική εκστρατεία, το δε σταυροαποδοτικό ρουσφέτι δεν παίζει, όχι μόνο λόγω ιδεολογίας, αλλά και επειδή ρουσφέτι δίχως εξουσία δεν νοείται, αρκούν λίγες εκατοντάδες σταυροί για να βρεθείς βουλευτής χωρίς να το περιμένεις. Ετσι έγινε το 2011, με τη διόγκωση των ποσοστών.

Τα τελευταία πάντως που δικαιούνται να διαμαρτύρονται είναι τα κόμματα. Που πάντοτε αγκαλιάζουν όποιον φεύγει από άλλον σχηματισμό, συναποκομίζοντας την έδρα.