ΑΠΟΨΕΙΣ

Η τροχοπέδη της δημόσιας διοίκησης

Καθώς ξεκινά το 2014, η ελληνική κυβέρνηση αισθάνεται υπερήφανη για την επιστροφή σε πρωτογενές πλεόνασμα και αναμένει την επιστροφή στην ανάπτυξη. Παρακολουθούμε, λοιπόν, την αρχή του τέλους του εφιάλτη που ταλάνισε την Ελλάδα;

Η επιτυχία δεν μπορεί να μετρηθεί αποκλειστικά με όρους επιστροφής στην οικονομική ανάπτυξη. Η δυσχέρεια της Ελλάδας οφείλεται σε παράγοντες πολύ βαθύτερους από αυτό. Θα έπρεπε κανείς να είναι οικονομικά αναλφάβητος, ώστε να μην αναγνωρίσει ότι η ταχύτητα και το βάθος των μέτρων λιτότητας που επιβλήθηκαν στη χώρα υπήρξαν τόσο αυστηρά, που στο τέλος κατέστησαν αυτοαναιρούμενα. Πολλές από τις επιχειρηματικές χρεοκοπίες και τις απώλειες σε θέσεις εργασίας ήταν περιττές. Η τρόικα αποτέλεσε το όχημα αυτής της καταστροφής.

Το να επικεντρωνόμαστε μόνο στην τρόικα, ωστόσο, κατηγορώντας την για τη χονδροειδή επιβολή λιτότητας, θα μας οδηγούσε στο να παραλείψουμε μία σημαντική διάσταση. Στην πραγματικότητα, χρειάστηκε η τρόικα –και ακόμη καλύτερα η Ομάδα Κρούσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής– για να αντιμετωπισθούν ορισμένα μακροχρόνια ταμπού στην Αθήνα. Από μόνη της, η δημόσια διοίκηση αποδείχθηκε επανειλημμένως ανίκανη να πραγματοποιήσει κάποια μεταρρύθμιση με νόημα. Η νοοτροπία που επικρατεί στο εσωτερικό της είναι πολύ συχνά εχθρική απέναντι στις υπάρχουσες ανάγκες και τα ένστικτα είναι αποπροσανατολισμένα. Σκέφτομαι τον αξιωματούχο της Γενικής Γραμματείας Ερευνας και Τεχνολογίας, ο οποίος αποφάσισε μονομερώς τη θέσπιση ενός κανονισμού σε πρόγραμμα επιχορήγησης νέας έρευνας για Ελληνες ακαδημαϊκούς, που τους απαγόρευε να ταξιδεύουν στο εξωτερικό για περισσότερο από επτά ημέρες. Κανείς δεν ζήτησε από τον αξιωματούχο να πράξει τοιουτοτρόπως. Διαποτισμένος με καχυποψία ο ίδιος, φοβήθηκε πως ο ακαδημαϊκός θα μπορούσε να μετατρέψει το επαγγελματικό ταξίδι σε διακοπές. Οι ερευνητές με δικαιολογημένες ανάγκες για ταξίδι μεγαλύτερης διάρκειας έλαβαν την απάντηση ότι θα μπορούσαν απλώς να καταθέσουν διαδοχικές αιτήσεις για επταήμερα ταξίδια. Το συνολικό κόστος αυξανόταν με επιπλέον αεροπορικά έξοδα, αλλά ο κανονισμός είχε ικανοποιήσει το γραφειοκρατικό ένστικτο. Επίσης, για το ίδιο πρόγραμμα επιχορήγησης, διοικητικός υπάλληλος στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης επέμενε ότι ένας νεαρός ερευνητής ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει ΦΠΑ για την εργασία του, αν και το υπουργείο Παιδείας και η εφορία συμβούλευαν το αντίθετο. Ο διοικητικός υπάλληλος του πανεπιστημίου προτίμησε να εμποδίσει την πρόσβαση του ερευνητή στη δημόσια χρηματοδότηση. Αυτές οι ατομικές περιπτώσεις –που δεν είναι καν οι χειρότερες– αντανακλούν μία μεγάλη αλήθεια: την ακαμψία και την ανεπάρκεια της δημόσιας διοίκησης, που την αποτρέπουν σε πρακτικό επίπεδο από το να συμβάλει στην ανάπτυξη και την καινοτομία.

Κατ’ επέκταση, ακόμη και αν η Μέρκελ είχε διαθέσει χρήματα, όλα τα χρήματα του κόσμου στην Ελλάδα, κανείς δεν πρέπει να αμφιβάλλει ότι η ξεχαρβαλωμένη δημόσια διοίκηση θα συνέχιζε να αποτελεί τροχοπέδη για την πρόοδο της χώρας. Περίπου το 40% ή και περισσότερο από τις καταγεγραμμένες απαιτήσεις του Μνημονίου της τρόικας για την Ελλάδα αφορά άμεσα τις μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση. Είχαν δίκιο να επιμείνουν σε τέτοιες δράσεις. Η τρόικα έθεσε ως προτεραιότητα τη μεταρρύθμιση του φορολογικού μηχανισμού με μεγαλύτερη χρήση της σχετικής τεχνολογίας, την αντιμετώπιση της διαφθοράς σε τοπικές εφορίες και τη διάθεση περισσότερου προσωπικού για τον έλεγχο φορολογούμενων με μεγάλα εισοδήματα, για παράδειγμα. Τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 34% το πρώτο μισό του 2013. Παρομοίως, η αξιολόγηση για τους διοικητικούς υπαλλήλους, μια έννοια άγνωστη στο εσωτερικό των ελληνικών υπουργείων, έχει αρχίσει να προωθείται.

Δίχως την τρόικα και την ομάδα κρούσης της Ε.Ε. πολύ λίγα θα είχαν γίνει για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Μου έρχονται στο μυαλό οι τολμηρές μεταρρυθμίσεις στα πανεπιστήμια που εισήγαγε η Αννα Διαμαντοπούλου, οι οποίες αποσαθρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από βαθιά ριζωμένα συμφέροντα, παρόλο που οι τομές αυτές διέθεταν την ηχηρή υποστήριξη του Κοινοβουλίου. Αυτό δεν θα πρέπει να υποβαθμίζει τα επιτεύγματα των προηγούμενων κυβερνήσεων ή τις φιλοδοξίες του Κυριάκου Μητσοτάκη ως υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και της υφυπουργού του, Εύης Χριστοφιλοπούλου. Σίγουρα είναι δύο από τα πιο ταλαντούχα μέλη της κυβέρνησης που θα μπορούσαν να διαχειρισθούν μία τέτοια ευθύνη.

Οι δανειστές, λοιπόν, έχουν κατά βάση ακολουθήσει τη σωστή ατζέντα. Εχουν, όμως, συχνά υπάρξει υπερβολικά αυστηροί, προσφέροντας ελάχιστο χρόνο για ελέγχους και στρατηγικές αξιολογήσεις. Το παράδειγμα των απολύσεων από το Δημόσιο είναι χαρακτηριστικό: τέθηκαν ριζοσπαστικοί στόχοι, χωρίς να γίνει κατάλληλη διερεύνηση ή σχεδιασμός με βάση τις υπάρχουσες ανάγκες. Αυτό δίνει λαβή στην αντιπολίτευση να αντιμάχεται όλες ανεξαιρέτως τις απολύσεις, ενώ η συζήτηση για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις χάνεται μέσα στην αντιπαράθεση. Ετσι όμως είναι αδύνατο να χτιστεί μία ισχυρή μεταρρυθμιστική συμμαχία.

Αντί αυτού, οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας πρέπει τώρα να εστιάσουν περισσότερο στην Ομάδα Κρούσης της Ε.Ε. παρά στην τρόικα – μια αλλαγή στον ηγετικό ρόλο από τον Πολ Τόμσεν στον Χορστ Ράιχενμπαχ. Εάν η Ελλάδα επιθυμεί να χτίσει ένα καλύτερο μοντέλο διοίκησης, η εσωτερική αδράνεια και η εναντίωση θα αντιμετωπιστούν πιο εύκολα με έναν κατάλληλα σχεδιασμένο και προγραμματισμένο «εξωτερικό περιορισμό» και την αρμόζουσα τεχνική υποστήριξη. Η βαθύτερη πρόκληση για την Ελλάδα, δηλαδή η έξοδος από την κρίση, πάντοτε αφορούσε τόσο τους θεσμούς όσο και τα νούμερα του προϋπολογισμού. Αθήνα και Βερολίνο πρέπει να το αναγνωρίσουν αυτό. Χρειάζεται να γίνει πολλή δουλειά ακόμη.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών στο London School of Economics και επικεφαλής του Ελληνικού Παρατηρητηρίου.