ΑΠΟΨΕΙΣ

Επιχειρηματικότητα και διαφθορά

 

Η εβδομάδα που πέρασε έφερε στην επιφάνεια ένα από τα βασικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας: τη σχέση δημόσιων οργανισμών και ΔΕΚΟ με τον ιδιωτικό τομέα. Η δικογραφία του σκανδάλου του Τ.Τ. σκιαγραφεί μια πραγματικότητα που δεν πρέπει να είναι ξένη στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, αλλά είναι τόσο δυσώδης αναφορικά με το δημόσιο συμφέρον, όσο και προβληματική για τον προσανατολισμό της παραγωγικής μας βάσης και για τις ελπίδες ανάκαμψης της οικονομίας μας.

Σε κάθε οικονομία υπάρχουν -και είναι θεμιτό να υπάρχουν- άνθρωποι διψασμένοι για αναγνώριση και για οικονομική καταξίωση. Παρόλες της ρητορείες περί του αντιθέτου, η επίτευξη του κέρδους είναι στη βάση όλων των σύγχρονων οικονομιών – νεοφιλελεύθερων, συντηρητικών, κεντρώων, σοσιαλιστικών και, εσχάτως, και κομμουνιστικών. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό. Είναι ότι κάθε οικονομία (ασχέτως κοινωνικού προσανατολισμού και πολιτικής χροιάς) διαλέγει, άλλοτε φανερά και άλλοτε κρυφά, τους τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να πάει μπροστά.

Στην Ελλάδα, οι κανόνες καθορίζονται από το Δημόσιο, το οποίο παρέχει, αμέσως και εμμέσως, μικρομονοπώλια σε φίλες ομάδες εργαζομένων και επιχειρηματιών. Το πλήθος γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, τα βάρη τής συχνά άχρηστης δημόσιας παρέμβασης και ο ρυθμιστικός κυκεώνας περιορίζουν τον ανταγωνισμό, αποθαρρύνουν δυνητικούς ανταγωνιστές και επιβραβεύουν όσους έχουν μάθει πώς να συναλλάσσονται και να χρησιμοποιούν το Δημόσιο προς το συμφέρον τους. Επίσης, όπως είδαμε με το Τ.Τ., το Δημόσιο και οι οργανισμοί περί το Δημόσιο τους δίνουν τη δυνατότητα εύκολου πλουτισμού μέσω επιχειρηματικών συνεργασιών και προμηθειών.

Η πραγματική ρίζα της σημερινής μας κρίσης είναι ότι η κρατικιστική μας οικονομία μετουσιώνει την επιχειρηματικότητα σε διαφθορά. Η απάντηση στο ερώτημα «πώς μπορώ να βγάλω λεφτά;» δεν είναι «με καλύτερα προϊόντα και υπηρεσίες, και με καινοτομίες που θα πείσουν τους πελάτες να με προτιμήσουν», αλλά «μαθαίνοντας πώς μπορώ να διαβρώσω την κρατική μηχανή, έτσι ώστε να τύχω προνομιακής μεταχείρισης ή να λάβω παράλογα περιθώρια κέρδους συναλλασσόμενος με το Δημόσιο». Η καινοτομία και η παραγωγική υπεροχή απαιτούν, άλλωστε, πολύ περισσότερη δουλειά – και συχνά υποσκάπτονται από την κρατική παρέμβαση.

Στην ελληνική οικονομία, ο ρόλος του κράτους είναι πολύ βαθύτερος από το μέγεθος του δημόσιου τομέα. Εχει να κάνει με το πώς το Δημόσιο θέτει το πλαίσιο της λειτουργίας των επιχειρήσεων και με το πώς το Δημόσιο και οι ΔΕΚΟ καλύπτουν τις ανάγκες τους σε προσωπικό, προμήθειες και εργολαβίες, μεγάλες και μικρές. Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να μας ξενίζει το γεγονός ότι σημερινοί Ελληνες οικονομικοί ολιγάρχες έχουν πλουτίσει προστατευόμενοι ή συναλλασσόμενοι με το Δημόσιο. Κατασκευές, οδοποιία, προμήθειες τεχνολογικού εξοπλισμού, εμπόριο πετρελαιοειδών και άλλες δραστηριότητες, στις οποίες το Δημόσιο παίζει ρόλο, συχνά συμπορεύονται με ιδιοκτησία ΜΜΕ ή ομάδων ποδοσφαίρου και μπάσκετ, για τη διατήρηση της επιρροής στην πολιτική σκηνή.

Το πρόβλημα είναι ότι η συνήθεια αυτή, στο πλαίσιο της οικονομίας, μπορεί να έχει ήδη γίνει δεύτερη φύση. Οι δεξιότητες που έχουμε συλλογικά χτίσει βασίζονται περισσότερο στο πώς μπορούμε να απομυζήσουμε την κρατική προστασία, παρά στο πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε πραγματική προστιθέμενη αξία. Και τώρα που τα περιθώρια του κράτους εξανεμίστηκαν, μαζί με το τέλος των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων και των διεθνών δανεικών, η παραγωγική βάση δυσκολεύεται να απαντήσει. Παρά τη δραστική μείωση του κόστους εργασίας και την ανεργία, η μετατόπιση των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών από τον παρασιτικό στον παραγωγικό τομέα δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Η περιορισμένη αύξηση των εξαγωγών μας δείχνει το μέγεθος του προβλήματος: Η βελτίωση του εμπορικού μας ισοζυγίου περισσότερο είχε να κάνει με τα προβλήματα της Αιγύπτου που διοχέτευσαν τουρίστες στην Ελλάδα, παρά με την αύξηση των εξαγωγών, αντίστοιχη με αυτήν που είχε η Πορτογαλία ή η Ισπανία. Η οικονομία μας συνεχίζει να έχει επικίνδυνα μικρό ποσοστό «εμπορεύσιμων» κλάδων και παραγωγικές επενδύσεις σπανίζουν.

Η απάντηση στο πρόβλημα αυτό προφανώς δεν είναι «δώστε μας περισσότερο Δημόσιο» ούτε είναι η προστασία του καταρρέοντος συστήματος. Αυτό δείχνει και τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ δημοσίου συμφέροντος και του μεγέθους του δημόσιου τομέα. Η απάντηση βρίσκεται στις παρανοημένες «διαρθρωτικές αλλαγές», των οποίων ο στόχος είναι όχι μόνο να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα και την ορθή διαχείριση πόρων, αλλά και να αλλάξουν τα κίνητρα της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αν δεν τολμήσουμε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το Δημόσιο, δεν θα μπορέσουμε να δώσουμε πραγματικά κίνητρα για μια υγιή και όχι παρασιτική λειτουργία της επιχειρηματικότητας. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να εξηγήσουμε γιατί η λιτότητα και οι περικοπές δεν έχουν σχεδόν τίποτε να κάνουν με τις διαρθρωτικές αλλαγές και να αντιληφθούμε ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν επηρεάζουν μόνο το Δημόσιο, αλλά και (κυρίως) τη λειτουργία του ιδιωτικού τομέα και τη δυνατότητα παραγωγής ιδιωτικής και συλλογικής αξίας.

Η εβδομάδα που πέρασε δεν μας έδωσε μόνο δυσάρεστα νέα. Το γεγονός ότι το σκάνδαλο του Τ.Τ. αποκαλύφθηκε, ότι υπήρξαν συλλήψεις σε ηγετικό επίπεδο και ότι η Δικαιοσύνη κινήθηκε επιθετικά, χωρίς να υπολογίσει ηχηρά ονόματα, και ο διευρυνόμενος κύκλος συλλήψεων για τις μίζες στα εξοπλιστικά συστήματα δείχνουν ότι τα πράγματα αλλάζουν. Η κυβέρνηση -αλλά και η αντιπολίτευση, αν πιστεύει ότι θα πρέπει σύντομα να κυβερνήσει- έχει συμφέρον να προχωρήσει στις αλλαγές που θα επιτρέψουν στην υγιή επιχειρηματικότητα να ριζωθεί. Σ’ αυτό θα εναντιωθούν ισχυρότατα «επιχειρηματικά» συμφέροντα. Η έκβαση του αγώνα μεταξύ αυτών των διαφορετικών εκδοχών της επιχειρηματικότητας θα καθορίσει την οικονομική μας προοπτική.

* Ο κ. Μιχ. Γ. Ιακωβίδης κατέχει την έδρα Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας Sir Donald Gordon στο London Business School.