ΑΠΟΨΕΙΣ

Και λιανικής και χονδρικής

Μα ναι. Υπάρχει ακόμα «ζήτημα δραχμής». Και μη προς κακοφανισμόν, δεν κηρύσσω την επιστροφή στο «εθνικό μας νόμισμα». Ποιο «εθνικό» άλλωστε, όταν και η δραχμούλα ταξικότατα διανεμόταν και κυκλοφορούσε. Εννοώ ότι πολλοί συνεχίζουμε να ψάχνουμε στα συρτάρια μας, μήπως ξαναβρούμε τους αυτόματους νομισματικούς μετατροπείς που αγοράζαμε ενθουσιωδώς ή και μανιωδώς στα φανάρια ή στα ψιλικατζίδικα τον πρώτο καιρό του ευρώ. Με τα μικρά ποσά, εντάξει, τα καταφέρνουμε. Οταν όμως ακούμε οτιδήποτε λήγον σε -μύριο, χάνουμε κάθε σχέση με την υλική πραγματικότητα, ζαλισμένοι από το άκουσμα και μόνο ενός ποσού που αδυνατούμε να το φέρουμε στα μέτρα μας. Τι νόημα να έχουν στο μυαλό μας τα δώδεκα ή τα είκοσι εκατομμύρια ευρώ, όταν η ζωή μας στρέφεται γύρω από εκατοντάδες ή το πολύ χιλιάδες, όταν μιλάμε για το εφάπαξ που ίσως δεν θα το πάρουμε ποτέ;

Να υποθέσουμε ότι το πρόβλημα το έχουν πρωτίστως όσοι πέρασαν «το μεσοστράτι της ζωής τους» ή το πλησιάζουν; Να πούμε δηλαδή ότι δεν αφορά όσους ενηλικιώθηκαν και μπήκαν στην αγορά επί ευρώ, ακριβώς όπως δεν αφορούν (ως μη νοητά) τα χιόνια στην εικόνα της τηλεόρασης μια πιτσιρικαρία που γεννήθηκε με ομφάλιο λώρο το καλώδιο του κομπιούτερ; Πιθανόν. Από την άλλη, όμως, ποια η πραγματική σχέση των εικοσάρηδων με τα μεγάλα ποσά, όταν ακόμα και τα τρακόσια ή τετρακόσια που παίρνουν οι τυχεροί στη δουλειά τους είναι της τάξεως του μυθώδους;

Να λοιπόν γιατί όσες συζητήσεις γίνονται για τις προμήθειες των εκατομμυρίων ή για τις λίστες Λαγκάρντ των εκατοντάδων χιλιάδων, γίνονται και για τα ψιλά, τα λιανά ή λιανώματα που κερδίζουν οι κουτοπόνηροι τύπου Λιάπη, ο οποίος απειλεί να εξαντλήσει τη γεωγραφία αναζητώντας τον ηδύτερο τόπο «ψυχικής ανόρθωσης από το δράμα και την τραγωδία του». Επειδή τα διακόσια ευρώ που γλίτωσε δηλώνοντας μικρότερο το καρπενησιώτικο εξοχικό του είναι ένα ποσό που έχει νόημα στ’ αυτιά μας και δεν χρειάζεται να το μετατρέψουμε σε δραχμές. Το ίδιο και το πεντακοσάρικο, από τις δαγκάνες του οποίου θα τον έσωζαν οι πλαστές πινακίδες. Είναι μεγέθη που καταλαβαίνουμε την αξία τους. Και, συνδυαστικά, καταλαβαίνουμε και την αξία όσων σωτήρων του γένους κατάντησαν να ανομούν για τέτοια λιανά. Καταλαβαίνουμε τη μικρότητά τους, την οποία ωστόσο οι ίδιοι μπορεί να τη βιώνουν σαν μεγαλείο.

Φαίνεται πάντως ότι διακρίσεις του είδους μικρό -μεγάλο, λίγο – πολύ δεν ισχύουν από τη στιγμή που αποφασίζει κανείς να πορευτεί εις την οδόν της απωλείας. Αφήνει αυτές τις μεταφυσικές ανησυχίες στους ηθικολογούντες πληβείους και ο ίδιος, με τη συνείδησή του ελαφριά όσο και το απροβλημάτιστο μυαλό του, βολεύει μια χαρά τα πράγματα. Ποντάροντας δε στη δυσθεράπευτη νόσο της λήθης, ελπίζει ότι κάποια στιγμή η πατρίς θα αντιληφθεί και πάλι το μέγεθός του και θα τον καλέσει να την υπηρετήσει εκ νέου. Ανιδιοτελώς. Οπως πριν. Οπως πάντοτε.