ΑΠΟΨΕΙΣ

Φορολογία και δημοκρατία

forologia-kai-dimokratia-2002804

Η καθοριστική σχέση για το κοινό μας μέλλον είναι αυτή της φορολογίας με τη δημοκρατία. Θα αποκτήσουμε μια πολιτική ηγεσία που θα απαιτήσει από τον ψηφοφόρο να χρηματοδοτήσει τις επιλογές που ο ίδιος προκρίνει; Θα αποκτήσουμε πολίτες που είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις και έτσι να καταστήσουν λογοδοτούσα την πολιτική ηγεσία; Αποψη του γράφοντος είναι ότι αυτή η μάχη θα κερδηθεί όταν η ευθύνη του προσδιορισμού, συλλογής και δαπάνης του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας μεταβιβασθεί στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Είναι αλήθεια ότι όταν ο πρωθυπουργός εξέφρασε την προτίμησή του να μεταφερθεί ο ΦΑΠ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, η αντίδραση της ΚΕΔΕ, και πολλών δημάρχων, κάθε άλλο παρά ενθουσιώδης ήταν.

Εν μέρει και μόνο εξηγείται η αρνητική αντίδραση από την κλονισμένη σχέση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την κεντρική κυβέρνηση, από τις ανεπάρκειες του ΕΝΦΑ (βλ. εξωπραγματικές αντικειμενικές αξίες), την αρνητική συγκυρία όσον αφορά τη ρευστότητα των φορολογουμένων, αλλά και την ίδια τη φορολογική πολιτική (βλ. καταβολή ΦΑΠ 2011, 2012 και 2013 σε ένα έτος).

Ούτε υπήρξε αξεπέραστο πρόβλημα η διάθεση του πρωθυπουργού να μοιραστεί το μεγάλο πολιτικό κόστος, και μάλιστα στο δώδεκα παρά πέντε, αυτού του δημοσιονομικού μέτρου.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση προτιμούσε και στις καλές εποχές τη βάσανο των ασφυκτικών ελέγχων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της εκπλήρωσης των πολύπλοκων και χρονοβόρων όρων των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, τις συνέπειες δηλαδή της εξάρτησης από την κεντρική κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Ενωση που είναι οι βασικοί της χρηματοδότες. Προτιμούσε αυτή τη βάσανο παρά να πείσει τους ψηφοφόρους της να καταβάλλουν τα φορολογικά βάρη που τους αναλογούν, βάρη που η ίδια θα έχει διαμορφώσει στο πλαίσιο της τοπικής εκλογικής αντιπαράθεσης, των τοπικών προγραμματικών προτεραιοτήτων και της τοπικής δημοκρατικής νομιμοποίησης. Και δεν επιθυμεί η Τοπική Αυτοδιοίκηση να καταστεί πραγματικά υπόλογη στους ψηφοφόρους της -για την ποιότητα και μέγεθος του αμειβόμενου προσωπικού της, για τη μετατροπή των φορολογικών εσόδων σε δημόσια αγαθά και υπηρεσίες- διότι γνωρίζει ότι οι απαιτήσεις του φορολογούμενου ψηφοφόρου για λογοδοσία, χρηστή διαχείριση και διοικητική αποτελεσματικότητα θα είναι πολύ υψηλότερες από αυτές του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της Ε.Ε.

Εάν όλα αυτά ισχύουν, προς τι η αισιοδοξία για τη συμβολή του ΦΑΠ στην εδραίωση της σχέσης μεταξύ φορολογίας και δημοκρατίας; Η αισιοδοξία έγκειται στο ότι ο ΦΑΠ διεθνώς, λόγω του πολιτικού κόστους επιβολής του, προϊόν της έλλειψης απτής ανταποδοτικότητας σε εθνικό επίπεδο, μεταβιβάζεται αργά ή γρήγορα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αργά ή γρήγορα λοιπόν και η δική μας κεντρική κυβέρνηση, την πολιτική ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενη, θα μεταβιβάσει τον ΦΑΠ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση μειώνοντας ισόποσα τις μεταβιβάσεις της στους δήμους. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση θα κατακτήσει μια δημοσιονομική αυτονομία που ποτέ πραγματικά δεν διεκδίκησε, δεχόμενη να προσδιορίσει και να εισπράξει αυτόν τον κατ’ εξοχήν τοπικό φόρο που χρηματοδοτεί αναβαθμίσεις που έχουν τοπικά χαρακτηριστικά και που επηρεάζουν θετικά την αξία των φορολογούμενων ακινήτων.

Οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης θα ξεπεράσουν τον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στρεφόμενοι, μέσω του ΦΑΠ ως βασικού εσόδου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στην τοπική χρηματοδότηση πολλών τοπικών «κρατών» που θα είναι υπόλογα σε εμάς για την παραγωγή και διάθεση των τοπικών αγαθών και υπηρεσιών που επιθυμούμε, θα αφομοιώσουμε τη συνείδηση του πολίτη-φορολογούμενου και όσον αφορά την κεντρική κυβέρνηση. Η σφυρηλάτηση μιας τέτοιας συνείδησης από κάτω προς τα πάνω είναι μια πολύ πιο στέρεη βάση από την επιβολή από τα πάνω προς τα κάτω, και μάλιστα υπό το πρίσμα των άνισων διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές μας, για τη δημιουργία μιας κοινωνίας που εμπνέεται από την πεποίθηση ότι δεν μπορούν να υπάρξουν κοινοί στόχοι και κοινά επιτεύγματα χωρίς κοινά βάρη και κοινή συνεισφορά.

* Ο κ. Αντώνης Καμάρας είναι πολιτικός επιστήμων. Η μελέτη του «Ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας και η Δημοσιονομική Αυτονομία των Δήμων» δημοσιεύτηκε από το Παρατηρητήριο της Κρίσης του ΕΛΙΑΜΕΠ.