ΑΠΟΨΕΙΣ

Εθνικά θέματα και «εθνική» ενημέρωση;

Είναι γνωστό πως ο σίγουρος χαμένος στις ένοπλες συρράξεις και στις δραματικές διακρατικές κρίσεις είναι η αλήθεια και η ενημέρωση. Ο Βίσμαρκ, μάλιστα, υποστήριζε πως τα μεγαλύτερα ψέματα λέγονται ύστερα από το κυνήγι, κατά τη διάρκεια του πολέμου και πριν από τις εκλογές.
Παντού στον κόσμο, η ματιά που τα καθιερωμένα εθνικά μέσα ενημέρωσης έχουν για την κατάσταση σε περίοδο διακρατικών κρίσεων είναι, συνήθως, από την πλευρά των «εθνικών συμφερόντων». Απευθύνονται στο εθνικό ακροατήριο και, κατά συνέπεια, φαίνεται πως προτιμούν να υπηρετούν τις επιθυμίες του παρά την αλήθεια και τις πολλές της αποχρώσεις. Υπάρχουν εντυπωσιακές εξαιρέσεις σε αυτό, μέσα ενημέρωσης που έγραψαν Ιστορία ασκώντας κριτική στις κυβερνήσεις εν καιρώ πολέμου, αλλά αναμφίβολα αυτά είναι εξαιρέσεις. Υπό το παραπάνω πρίσμα, κατά βάση η ειδησεογραφική παρουσίαση των διακρατικών κρίσεων χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του «εθνικού» έναντι της αντικειμενικής ενημέρωσης ή έστω της πολυπρισματικής προσέγγισης.

Ως εδώ τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης δεν έχουν να παρουσιάσουν κάποια ιδιαιτερότητα. Η διαφορά τους βρίσκεται στο εύρος του προβλήματος. Με άλλα λόγια, στη χώρα μας η ειδησεογραφική κάλυψη και προσέγγιση των λεγόμενων εθνικών ζητημάτων, όχι μόνο κατά την περίοδο των κρίσεων αλλά ακόμη και σε στιγμές ομαλότητας –ιδιαίτερα εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια που υπάρχει η ιδιωτική τηλεόραση, αλλά όχι μόνο– χαρακτηρίζεται από μια υπερβολική ομοιομορφία στην παρουσίαση των ειδήσεων, σαν να πρόκειται για ένα είδος στρατευμένης «εθνικής» ενημέρωσης. Κατά έναν παράξενο τρόπο, μάλιστα, τα τηλεοπτικά κανάλια ανταγωνίζονται το ένα το άλλο στη διεκδίκηση της «ομοιομορφίας».

Αυτού του είδους η «ενημέρωση» ακολουθεί μια μανιέρα που μονότονα επαναλαμβάνεται σε κάθε κρίση, σε κάθε «εθνικό ζήτημα», σε κάθε λεκτική αντιπαράθεση ελληνικής κυβέρνησης με την Τουρκία, κυρίως, αλλά συχνά με κάθε γειτονική χώρα. Πρόκειται για μια διχοτομική/μανιχαϊστική παρουσίαση του κόσμου. Ο «άλλος» έχει πάντα άδικο. Ο «άλλος» έχει σε όλα άδικο. Η Ελλάδα έχει πάντοτε και σε όλα δίκιο. Ο «άλλος» εποφθαλμιά, η Ελλάδα υπερασπίζεται. Ο «άλλος» είναι η ενσάρκωση του κακού, η Ελλάδα είναι ο φορέας του καλού. Δεν χρειάζεται να συνεχίσω, ούτε να απαριθμήσω περιπτώσεις. Είναι αναρίθμητες.

Τα προβλήματα που γεννά μια τέτοια κατάσταση είναι βαθιά και μακράς διάρκειας. Κατ’ αρχάς, η ψυχολογικοϊδεολογική παρουσίαση των διακρατικών αντιπαραθέσεων και διενέξεων εθίζει τους Ελληνες πολίτες σε μια συναισθηματική και συχνά εντελώς ανορθολογική προσέγγιση των πολύπλοκων ζητημάτων της εξωτερικής πολιτικής, τα οποία από τη φύση τους δεν επιδέχονται πάντα μιας μόνο απάντησης. Ο πολίτης, έχοντας εθιστεί να αντιμετωπίζει τα «εθνικά ζητήματα» με όρους καλού/κακού (όπου μάλιστα τον ρόλο του καλού υποδύεται πάντα η Ελλάδα, ενώ στον ρόλο του κακού κατά καιρούς εναλλάσσονται όλοι οι γείτονες της), δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει στη συνέχεια ορθολογικά κριτήρια κατανόησης των διεθνών ζητημάτων. Δυσκολεύεται να ακούσει και να μάθει. Αδυνατεί να κατανοήσει.

Θα μου ήταν εύκολο να πω πως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα επ’ αυτού ήταν η περίπτωση του «Μακεδονικού ζητήματος» αλλά δεν θα το κάνω, για να μη θεωρηθεί πως διαλέγω τον εύκολο δρόμο. Νομίζω πως, στο θέμα αυτό, εμπεδώσαμε όλοι πως η μόνη αξία της εσωτερικής συζήτησης υπήρξε εκλογική: από τις εκλογές του 1993 έως τις τελευταίες του 2019.

Εντούτοις, διαχρονικά η πιο χαρακτηριστική περίπτωση τέτοιας συναισθηματικής ανορθολογικής προσέγγισης υπήρξε το Κυπριακό. Επί εβδομήντα χρόνια και με διαφορετικό τρόπο, η ελληνική κοινωνία εθελοτυφλούσε αντιμετωπίζοντας ένα σύνθετο πρόβλημα, με συναισθηματικούς όρους. Τα αποτελέσματα τα ζούμε μέχρι σήμερα και βλέπουμε πόσο δυσάρεστα και, ανά καιρούς, πόσο καταστροφικά υπήρξαν.

Η καλλιέργεια της συναισθηματικής προσέγγισης δεν δίνει χώρο στην ανάπτυξη θετικών σκέψεων για έναν ενδεχόμενο συμβιβασμό. Εξάλλου, ο συμβιβασμός αντιμετωπίζεται ως μια αρνητική εξέλιξη, μια υποχώρηση από «κόκκινες γραμμές», από «απαράγραπτα δίκαια». Διαμορφώνεται έτσι μια κοινή γνώμη εμφορούμενη από μαξιμαλιστικές, υπερβολικές ή και αφελείς αντιλήψεις, που βαυκαλίζεται πως υπηρετεί τα εθνικά θέματα και την πατρίδα επειδή αυτοπαρουσιάζεται ως ανυποχώρητη. Στην πραγματικότητα μια τέτοια «ανυποχώρητη» προσέγγιση δεν υπηρετεί τίποτε άλλο εκτός από την πορεία προς την καταστροφή, όπως είδαμε και στην περίπτωση των Ιμίων το 1996. Δεν χρειάζεται και εδώ να θυμίσω την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν τότε οι κήνσορες της «ανυποχώρητης» πολιτικής και τις κραυγές τους ενάντια στην ορθολογική αντιμετώπιση που έστω και στο «και πέντε» μετά την κρίση ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης ακολούθησε.

Το χειρότερο σε αυτήν την κατάσταση είναι πως δίνει διαρκώς τροφή στην ανάπτυξη του έξαλλου εθνικισμού και του δημαγωγικού λαϊκισμού στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Κάπως έτσι, βρίσκουν χώρο νέες δημαγωγικές ελίτ προκειμένου να χτίσουν καριέρες πάνω στην αφέλεια και στον φόβο.

Καθώς οι φωνές του ορθολογισμού σωπαίνουν ή χάνονται από τους αλαλαγμούς των υπερπατριωτών, στο τέλος η μόνη κριτική που μπορεί να ακουστεί είναι η κριτική των ανένδοτων, των ανυποχώρητων, εντέλει η κριτική της ρήξης και της καταστροφής.
 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης  στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.