ΑΠΟΨΕΙΣ

Είναι αληθινά αυτά τα χιλιόμετρα;

Αναπόληση ή ζωτική ανάγκη; Φυγή από την πραγματικότητα ή επίμονη περιέργεια; Οι διαζευκτικές ερωτήσεις που γεννά η έννοια του ταξιδιού είναι ανεξάντλητες. Επανερχόμαστε στο θέμα για δεύτερη συνεχή Κυριακή. Την περασμένη (30/8), έγραφα για τους «Ταξιδιώτες σε αναγκαστική παύση» σημειώνοντας ότι «το φετινό, ανήσυχο, καθόλου ξέγνοιαστο καλοκαίρι, οι συζητήσεις στις παρέες, όποτε δεν περιστρέφονταν γύρω από τον κορωνοϊό, εστίαζαν σε περιγραφές ταξιδιών». Σχολίαζα πως «ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι γύρω μου δεν είχαν τόση ανάγκη να μιλήσουν για ταξίδια. Να θυμηθούν λεπτομέρειες, περιστατικά, ανοίγοντας πάνω στα τραπέζια του φαγητού ή στις παραλίες έναν νοητό χάρτη, ασαφή τις περισσότερες φορές και ακατάστατο, όχι ακριβή και μεθοδικό».

Η αναγκαστική παύση έφερε αναταράξεις που προσβάλλουν διαφορετικές περιοχές της καθημερινότητας. Για ορισμένους ανθρώπους οι μετακινήσεις ήταν διέξοδος και τώρα βιώνουν μια μορφή αποκλεισμού. Οπως ομολογεί φίλη ανήσυχη περιπλανώμενη, «όποτε ένιωθα την εδώ πραγματικότητα να με πιέζει, έκανα ένα ταξίδι. Επέστρεφα βέβαια και διαπίστωνα ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει, αλλά εν τω μεταξύ εγώ είχα “φύγει”». Ταξίδευε πάντα με μεγάλη οικονομία, έμενε σε φίλους, έβρισκε φθηνά εισιτήρια, δεν ξόδευε παρά για τα απαραίτητα. Αν συζητήσει κανείς με γονείς ταξιδεμένους, τους ακούει να λένε ότι οφείλουν –και– στα χιλιόμετρα που έχουν διανύσει ένα καλύτερο επίπεδο ζωής για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Το «καλύτερο» δεν ταυτίζεται με την οικονομική αναβάθμιση, αλλά με την εμπειρία, τις διαδρομές, το άνοιγμα σε άλλους κόσμους. Τίποτα εξιδανικευμένο στη φράση αυτή.

Τίποτα οριστικό. Απλώς, η επιλογή «ταξίδι» είναι πλέον σε προσωρινή αναστολή. Δεν σημαίνει ότι δεν θα επανέλθει, αλλά δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι η μετά την πανδημία επανεκκίνηση θα έχει τα χαρακτηριστικά της μακροχρόνιας, ασφαλούς και ανεμπόδιστης περιόδου που αφήσαμε πίσω μας την άνοιξη του 2020. Οτι ο φόβος, η καχυποψία ή κάποια νέα ταξιδιωτική οδηγία δεν θα έχει εγκατασταθεί στη διπλανή θέση. Ή, ακόμη περισσότερο: ποιος ξέρει αν θα υπάρχει η διπλανή θέση ή θα έχει καταργηθεί. Ολες οι εκδοχές είναι ανοικτές, είτε τις τροφοδοτεί η επιστημονική φαντασία είτε η ίδια η πραγματικότητα, που όλο και πιο συχνά υπερβαίνει και τα πιο τολμηρά μελλοντολογικά σενάρια. 

Χάθηκε ο ρυθμός του κόσμου όπως τον είχαμε συνηθίσει. Η αλλαγή προκαλεί αναταράξεις και ανακατατάξεις. Η παύση φέρνει στασιμότητα και η στασιμότητα εσωστρέφεια. Τα σύνορα ανοιγοκλείνουν με γνώμονα την εξάπλωση του ιού και τον αριθμό των κρουσμάτων, η απομόνωση ανασύρει νέες αξιολογικές κλίμακες. Υπερτιμάμε ή υποτιμάμε με σφοδρότητα άγνωστη μέχρι σήμερα. Μα υπάρχει και η τεχνολογία, η ψηφιακή διασύνδεση του κόσμου, μπορεί να αντιτείνει κανείς. Μόνο που το επιχείρημα αυτό κρατάει λίγο. Πόσο να περιπλανηθείς διαδικτυακά σε έναν τόπο, σε μια γειτονιά, σε ένα μουσείο; Πόσο να χαζέψεις στην οθόνη του υπολογιστή ανθρώπους να περιφέρονται, δρόμους, εστιατόρια, συνήθειες, συμπεριφορές; Τίποτα δεν αναπληρώνει τις ενεργοποιημένες αισθήσεις, την αφή, την όσφρηση, τη γεύση, την ακοή, το βλέμμα που ζυμώνεται μέσα σε χρώματα, παρατήρηση, τις ποικιλίες περαστικών με τους οποίους διασταυρώνεσαι, τα χιλιόμετρα που διανύεις καθημερινά για να γνωρίσεις τις πόλεις. Μήπως, όμως, από την άλλη, αυτή η στασιμότητα, η αναγκαστική παύση, ωθήσει σε μια πιο «εσωτερική» μορφή κινητικότητας;

Στην αρχή της καραντίνας η «Κ» επικοινώνησε με συγγραφείς που έχουν εντρυφήσει στην ταξιδιωτική λογοτεχνία, Ελληνες και ξένους, διερευνώντας ακριβώς αυτό: πώς αισθάνονται τώρα που δεν ταξιδεύουν, που ο κόσμος έχει στενέψει (17/4/2020, του Νικόλα Ζώη). Ο Κλαούντιο Μάγκρις είχε πει: «Κατά κύριο λόγο (το ταξίδι) είναι η έξοδος από τον εαυτό μας και τους περιορισμούς μας, η ικανότητα να συναντήσουμε τον Αλλον και τους Αλλους, τη διαφορετικότητα, κάτι που μπορεί να συμβεί όχι απλώς διασχίζοντας θάλασσες και ωκεανούς, αλλά ακόμη και στο σπίτι μας, περνώντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο, όπου μπορούμε να βρεθούμε σε διαφορετικές καταστάσεις, σε μια ξαφνική ευκολία ή δυσκολία να συνομιλήσουμε με τα πρόσωπα που ζουν δίπλα μας, και πάει λέγοντας». Να είναι κι αυτός ένας ορισμός του ταξιδιού; Και πάει λέγοντας…
 
• Ο τίτλος του σημερινού άρθρου είναι από διήγημα του Ρέιμοντ Κάρβερ.