ΑΠΟΨΕΙΣ

Το πολιτικό ριάλιτι της Ουάσιγκτον

Eνας πρόεδρος σε προεκλογική περίοδο μπορεί να τροφοδοτήσει νέες διεθνείς κρίσεις και παράλληλα να αναγκάσει τους Αμερικανούς να συσπειρωθούν γύρω από την αμερικανική σημαία. (Φωτ. ASSOCIATED PRESS)

Η Τουρκία, η Ρωσία και η Κίνα είναι τρεις χώρες που εκμεταλλεύονται τη συγκυρία για να δρουν επιθετικά δοκιμάζοντας την αμερικανική αποφασιστικότητα. Και οι τρεις στοιχηματίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται εγκλωβισμένες σε κρίση και δεν μπορούν να αντιδράσουν δυναμικά σε στρατηγικές προκλήσεις. Και οι τρεις ίσως κάνουν λάθος.

Η Τουρκία απειλεί τους γείτονές της και διεκδικεί αναθεώρηση των θαλάσσιων συνόρων. Η Ρωσία δηλητηριάζει την αντιπολίτευση και υψώνει το ανάστημά της γύρω από τη Λευκορωσία. Και η Κίνα εξακολουθεί να ενισχύει τις στρατιωτικές δυνάμεις της, ενώ καταστέλλει την αντίθετη άποψη στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Πρόκειται για μια έντονα τοξική σύνθεση εθνικιστικών φιλοδοξιών που χαρακτηρίζουν τους προέδρους Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Βλαντιμίρ Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ.

Εχουν μεθύσει από την ιδέα ότι τώρα είναι η ώρα τους για να δράσουν επιθετικά, επειδή η Αμερική δεν θα μπορέσει ή δεν θα θελήσει να τους σταματήσει. Εάν έχουν δίκιο και μπορούν να επιτύχουν τους στόχους τους επειδή η Αμερική συνεχίζει να παραμένει στο περιθώριο, τότε κερδίζουν το στοίχημα χωρίς να πληρώσουν βαρύ τίμημα.

Αν όμως κάνουν λάθος, και η Αμερική και οι σύμμαχοί της υψώσουν αντίσταση, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ακόμα και ένοπλες συγκρούσεις.

Μόνο και μόνο επειδή η προσοχή της Ουάσιγκτον αποσπάται από τις εκλογές και τα σοβαρά προβλήματα στην υγεία, την οικονομία και την κοινωνία, αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος έχει σταματήσει να γυρίζει. Την ίδια ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι απασχολημένες με την πανδημία, τον διχασμό και το δολάριο, κάποια άλλα έθνη αντιμετωπίζουν τη συγκυρία ως την ιδανική στιγμή για να προβούν σε μεγάλες πρωτοβουλίες.

Ωστόσο, αυτό που θα συμβεί στους επόμενους δύο μήνες θα μπορούσε να θέσει τα θεμέλια για μια νεότερη παγκόσμια τάξη.

Κάποια έθνη πάντοτε ψάχνουν ευκαιρίες για να προωθήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα – ειδικά κατά τη διάρκεια παγκόσμιων κρίσεων. Αυτό ήταν αληθές όταν η Αμερική έπαιζε τον ρόλο του παγκόσμιου αστυνόμου. Είναι ακόμη πιο αληθές τώρα που ο αστυνόμος έχει κάνει ένα διάλειμμα.

Αυτό το διάλειμμα βρίσκεται σε εξέλιξη καθώς η Αμερική αντιμετωπίζει την πανδημία COVID-19, μια οικονομική κρίση και διαδηλώσεις ενάντια στην κοινωνική αδικία. Προσθέστε σε αυτές τις τρεις προκλήσεις την πολιτική αδυναμία της χώρας να διαμορφώσει κοινά αποδεκτές πολιτικές και λύσεις στην πορεία προς την 3η Νοεμβρίου. Αυτές οι προκλήσεις στο εσωτερικό δημιουργούν ένα κενό ισχύος στο εξωτερικό.

Και εδώ έρχονται οι οπορτουνιστές. Ο Ερντογάν εκμεταλλεύεται αυτή τη συγκυρία για να αντιπαρατεθεί με την Ελλάδα. Τα τουρκικά πλοία πλέουν με τρόπο παρακινδυνευμένο σε αμφισβητούμενα ύδατα, δημιουργώντας επικίνδυνες συνθήκες. Πρόσφατα μια φρεγάτα του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού έκοψε κατά λάθος την πρύμνη ενός τουρκικού πλοίου προκειμένου να αποφύγει μια σύγκρουση.

Αυτή η σύγκρουση δύο πλοίων θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε μια μεγαλύτερη αντιπαράθεση, παρά το γεγονός ότι η Τουρκία και η Ελλάδα είναι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ που έχουν δεσμευτεί να υπερασπίζονται η μία την άλλη. Οι εντεινόμενες εχθρικές ενέργειες έχουν δημιουργήσει την κατά τα άλλα αδιανόητη πιθανότητα δύο σύμμαχοι να πάνε σε πόλεμο.

Η Αθήνα συνεχίζει να ακολουθεί τον δρόμο της διπλωματίας, επιδιώκοντας να μειώσει τις εντάσεις μέσω του διαλόγου. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, εν τω μεταξύ, ήταν έως πρόσφατα απόν. Ο Λευκός Οίκος τηλεφώνησε στην Αγκυρα και ζήτησε από τον Ερντογάν να εγκαταλείψει τις απειλές, αλλά ματαίως.

Η Τουρκία και άλλα φιλόδοξα έθνη πιστεύουν ότι οι συνθήκες είναι ώριμες για την πραγματοποίηση πραγματικών και συμβολικών κινήσεων για την ικανοποίηση των εσωτερικών ακροατηρίων. Πιστεύουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι απίθανο να δραστηριοποιηθούν για να τους σταματήσουν.

Και, πιθανώς, έχουν δίκιο. Οσα έχουν γίνει μέχρι τώρα από την Αμερική είναι ένας πολύ καλός δείκτης για τη μελλοντική συμπεριφορά της. Αυτή η αμερικανική κυβέρνηση όχι μόνο είναι επικριτική απέναντι στο ΝΑΤΟ, αλλά επίσης έχει υποστηρίξει ότι δεν έχει κανένα λόγο να μπερδεύεται στα πόδια άλλων χωρών. Σε τελική ανάλυση, γιατί η Ουάσιγκτον να εμπλακεί στη διαδικασία να ενισχύσει μια συμμαχία, όπως το ΝΑΤΟ, που φαίνεται ότι μισεί; Τα ξένα κράτη εξετάζουν επίσης τις πολλαπλές και ταυτόχρονες κρίσεις της Αμερικής και πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν χωρίς συνέπειες οτιδήποτε δεν απειλεί άμεσα τις ίδιες τις ΗΠΑ.

Εκτός αν, φυσικά, κάνουν λάθος.

Παραδόξως, υπάρχουν αυξανόμενες πιθανότητες ώστε οι τρέχουσες κρίσεις της Αμερικής να μην παραλύουν τη λήψη αποφάσεων, αλλά αντίθετα να οδηγήσουν τον πρόεδρο Τραμπ σε αιφνίδιες ενέργειες με απρόβλεπτες συνέπειες. Και αυτό γιατί όλες οι προβλέψεις αποτυγχάνουν με αυτόν τον πρόεδρο. Η συμπεριφορά και οι αποφάσεις του είναι συχνά αλλοπρόσαλλες.

Αντί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τον κόσμο με τη γνωστή αδιαφορία του, ο πρόεδρος θα μπορούσε να επιλέξει να δώσει ξαφνικά μια ισχυρή απάντηση σε ορισμένα υπεροπτικά ξένα κράτη. Σε τελική ανάλυση, οι πολιτικές αποφάσεις του βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο ένστικτο, την ίδια ώρα που ο ίδιος επηρεάζεται εντονότερα από τις εκλογικές συνθήκες και τις ανησυχίες της κοινής γνώμης. Από την άλλη πλευρά, όμως, η κρίση μπορεί επίσης να δημιουργήσει εκλογικές ευκαιρίες.

Φανταστείτε εάν ο πρόεδρος θεωρούσε πολιτικά πολύτιμο να προκαλέσει την Κίνα σε ό,τι αφορά την Ταϊβάν. Τι θα συνέβαινε αν ξαφνικά αποφάσιζε να βοηθήσει τη Λευκορωσία; Θα μπορούσε να αποφασίσει να αναπτύξει δυνάμεις στην Ανατολική Μεσόγειο για να αντιπαρατεθεί με τη σύμμαχο Τουρκία; Σε κάθε σενάριο, ένας πρόεδρος σε προεκλογική περίοδο μπορεί να τροφοδοτήσει νέες διεθνείς κρίσεις και παράλληλα να αναγκάσει τους Αμερικανούς νομοθέτες και τους πολίτες να συσπειρωθούν γύρω από την αμερικανική σημαία.

Φυσικά, αυτό θα ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Αλλά θα ήταν επίσης μια στιγμή τέλεια σχεδιασμένη για την τηλεόραση, σκηνοθετημένη από έναν πρόεδρο που ξέρει καλά τα μέσα ενημέρωσης και θέλει να δημιουργήσει μέσα στον Οκτώβριο μια έκπληξη της τελευταίας στιγμής.
Θα δημιουργούσε έτσι ένα τέλος γεμάτο σασπένς στην πρώτη σεζόν του πολιτικού ριάλιτι της Ουάσιγκτον.
 
* Ο κ. Μάρκος Κουναλάκης είναι visiting fellow στο Hoover Institution.