ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Τουρκία μας σέρνει πίσω. Να πάμε μπροστά

Η μεγαλύτερη ζημιά που επιχειρεί να προκαλέσει η Τουρκία στην Ελλάδα είναι ότι θέλει να τη σέρνει συνεχώς στο παρελθόν. Η τακτική του Ερντογάν να θολώνει τα μυαλά των συμπατριωτών του με παραλήρημα υποσχέσεων για την αναβίωση παλαιών μεγαλείων, αναγκάζει και τους Ελληνες να αναμετρηθούν και αυτοί με το παρελθόν, με τις μνήμες, φαντασιώσεις και πληγές που αναμοχλεύονται, την ώρα κατά την οποία όλες οι δυνάμεις του έθνους όφειλαν να είναι συγκεντρωμένες στην κατάκτηση του μέλλοντος. 

Ομως, ο τουρκικός αναθεωρητισμός, οι διεκδικήσεις, οι συνεχείς απειλές, αναφέρονται ευθέως στις συνθήκες των Σεβρών και της Λωζάννης – η πρώτη σηματοδοτούσε το τέλος της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η δεύτερη την ανάδυση της τουρκικής δημοκρατίας. 

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας και της Μονής της Χώρας από μουσεία σε τζαμιά, όπως και η ονομασία των πλοίων που παραβιάζουν τον διεθνή νόμο και τα δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου, είναι μέρη μιας κυνικής επιχείρησης να φανατιστεί η κοινή γνώμη στην Τουρκία και στην Ελλάδα με τα σύμβολα, τους μύθους και τις αναμνήσεις από την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τον θρίαμβο της οθωμανικής έως τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εισβολή στην Κύπρο. 

Ο Ερντογάν παρουσιάζει τους Τούρκους (και εαυτόν) ως αιώνιους κατακτητές αλλά και πάντα απειλούμενους από δυνάμεις του κακού. Το παραλήρημα δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει μεγάλη δόση από Ελλάδα και τους Ελληνες ως  καρικατούρες της τουρκικής προπαγάνδας σήμερα και στο παρελθόν. Παρομοίως, ο Ερντογάν και οι υποτελείς του επιμένουν τελευταίους να παρουσιάζουν τη Γαλλία ως «αποικιοκρατική» δύναμη, αφενός, και «τελειωμένη», αφετέρου: την τοποθετούν στην εποχή που αυτοί επιλέγουν και την παρουσιάζουν με όρους καρικατούρας. 

Για τους Τούρκους, ο θρίαμβος που σφραγίστηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης, ήταν μια νέα αρχή. Εθεσε τα θεμέλια για μια νέα χώρα και την έβαλε στον δρόμο του εκσυγχρονισμού. Παρά τις πολλές παραβιάσεις όσον αφορά την προστασία των Ελλήνων της Τουρκίας, η Συνθήκη αποδείχθηκε στέρεο έδαφος για τη συνύπαρξη των δύο γειτονικών πλέον λαών για πολλές δεκαετίες. Για τους Ελληνες, σήμανε το τέλος μιας παρουσίας χιλιάδων χρόνων στη Μικρά Ασία και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Ομως, η ανάγκη να αφομοιωθεί ένας μεγάλος πληθυσμός προσφύγων στο μικρό και φτωχό εθνικό κράτος μετά  11 χρόνια πολέμου, σήμανε μια σημαντική νέα αρχή για την Ελλάδα. 

Η διαχείριση της μεγαλύτερης οικονομικής και κοινωνικής πρόκλησης που αντιμετώπισαν το ελληνικό κράτος, οι πρόσφυγες και οι υπόλοιποι Ελληνες, ήταν δύσκολη. Οι πρόσφυγες, όμως, έφεραν γνώσεις, δυναμισμό, που βοήθησαν την Ελλάδα να κάνει μεγάλη πρόοδο, διαμορφώνοντας και μια νέα και δυνατή ταυτότητα. 

Το μέλλον που χτιζόταν, όμως, ακούμπαγε πάνω σε βαθιές ρωγμές· οι πολιτικές και κοινωνικές (και αθλητικές) αντιπαραθέσεις επιβαρύνονταν πάντα με έναν υπερβολικό πατριωτισμό που εκφραζόταν κυρίως σε αντιπαραθέσεις όπου οι οπαδοί κομμάτων και κάθε μορφής ομάδας παρουσίαζαν εαυτούς ως τους μόνους πραγματικούς πατριώτες και τους αντιπάλους τους ως προδότες. 
Αυτή η νοοτροπία θεωρεί τον συμβιβασμό ως ήττα. Ετσι, όπου δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι για τη θριαμβευτική έκβαση κάποιου εγχειρήματος, προτιμούμε την αδράνεια. Οταν, όμως, υπάρχει αντίπαλη ομάδα, αυτό της αφήνει τον χρόνο και τον χώρο να σχεδιάσει τις δικές της κινήσεις και, με κάποια αφορμή, να επιλέξει πότε θα τις εκτελέσει. 

Στο εσωτερικό, αυτό εμποδίζει μεταρρυθμίσεις και οδηγεί σε τέλμα και κρίσεις· στις διεθνείς σχέσεις, αφήνει το πεδίο ελεύθερο για τον αντίπαλο. Ετσι, ενώ το Δίκαιο της Θάλασσας είναι υπέρ των ελληνικών θέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, ο φόβος ότι ίσως να μη μας δικαιώνει στο 100% προκαλούσε τη δική μας αδράνεια, ενώ έδωσε αφορμή στην Τουρκία να παρέμβει, παριστάνοντας και την αδικημένη και τη μεγάλη δύναμη που θα αναστήσει την οθωμανική αυτοκρατορία. 

Οσο συνεχίζεται η αυτοκρατορική φαντασίωση αλλά και η έξαρση εθνικισμού, ο Ερντογάν θα χειραγωγεί την κοινή γνώμη της Τουρκίας· θα δυσκολεύεται, όμως, όλο και περισσότερο να κάνει πίσω. Ετσι αναγκαζόμαστε –είτε το θέλουμε, είτε όχι– να αντιμετωπίσουμε την προσπάθεια της Τουρκίας να υπονομεύσει τα σύνορά μας με στρατιωτικά μέσα αλλά και με μετανάστες. Η Αγκυρα δημιουργεί το πρόβλημα· απ’ όλους, όμως, απαιτείται η λύση πάνω στο πεδίο που αυτή επιλέγει. 

Η χώρα μας μπορεί να ξεφύγει από αυτή την παγίδα μόνο με το να θέσει αυστηρά όρια στη συμπεριφορά της Τουρκίας. Αυτό θέλει απόλυτη αλληλεγγύη από την Ε.Ε., ενεργή διπλωματία από την Αθήνα, και θωράκιση της χώρας σε κάθε επίπεδο – στρατιωτικό, οικονομικό, τεχνολογικό, ψηφιακό, κ.ά. Επειδή η αλληλεγγύη και οι συμμαχίες δεν κρατούν για πάντα, η άμυνά μας επαφίεται σε εμάς τους ίδιους. Δεν θα πετύχουμε εάν δεν ξεπεράσουμε την άνευ ουσίας διχόνοια που μας καθηλώνει στο παρελθόν, που μας καθιστά ευάλωτους σε κάθε κίνδυνο. 

Προϋπόθεση για το άλμα προς τα εμπρός είναι η εθνική συνεννόηση, για τον εκσυγχρονισμό που χρειάζεται η χώρα για να αντέξει στην πρόκληση της Τουρκίας, και να σταθεί γερά στον κόσμο.