ΑΠΟΨΕΙΣ

Κεφάλαιο πρώτο: Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι…

Σε κάθε έναρξη σχολικής χρονιάς υπάρχει γκρίνια για ένα ζήτημα της σχολικής καθημερινότητας – είτε αυτό αφορά τις ελλείψεις εκπαιδευτικών, είτε σε κακές σχολικές υποδομές, είτε σε διδακτικό υλικό, είτε στην κατάργηση του ολοήμερου σχολείου κ.λπ. Την τελευταία δεκαετία οι δύο χρονιές που τα σχολεία άνοιξαν χωρίς «χτυπητά» προβλήματα ήταν το 2016 επί υπουργίας Νίκου Φίλη και φέτος. Μετά το φιάσκο του 2015 με αρμόδιο τον αναπληρωτή υπουργό Τάσο Κουράκη, όταν βρέθηκαν 76 σχολεία χωρίς έναν δάσκαλο να τα ανοίξει απλώς για τον αγιασμό, το 2016 ο Νίκος Φίλης και οι συνεργάτες του (ενδεικτικά, ο αείμνηστος γενικός γραμματέας Γιάννης Παντής και ο με συντονιστικό ρόλο Τάκης Κατσαρός) επανέφεραν την κανονικότητα στα σχολεία, στο πλαίσιο του εφικτού.

Φέτος, η Νίκη Κεραμέως και οι συνεργάτες της (όπως η Σίσσυ Γκίκα στη γενική γραμματεία του υπουργείου και ο Γιάννης Αντωνίου στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής) φρόντισαν για την ορθή προετοιμασία των προγραμμάτων σπουδών, της τηλεκπαίδευσης και των διορισμών. Είναι η πρώτη φορά που πριν από το πρώτο κουδούνι καλύπτεται η πλειονότητα των αναγκών σε εκπαιδευτικούς, ενώ μέσα στον Σεπτέμβριο θα καλυφθούν και τα κενά λόγω πανδημίας.

Βεβαίως, το λάθος που προέκυψε με το μέγεθος των μασκών έδωσε την ευκαιρία για κριτική, και όχι άδικη. Πάντα, αλλά κυρίως σε τέτοιες περιόδους που διανύει η Ελλάδα, πρέπει να ελέγχεται λεπτομερώς πού οδεύει το δημόσιο χρήμα.

Το θέμα επίσης αποτέλεσε αφορμή για να εκδηλωθεί η (καφενειακού τύπου) ελληνική γκρίνια προς τους εκάστοτε κυβερνώντες που «ναι μεν ψηφίσαμε αλλά εντέλει τίποτε δεν κάνουν σωστά, όπως τουλάχιστον θα τα κάναμε εμείς!». Η γκρίνια βγήκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που ναι μεν αποτελούν έναν βασικό παράγοντα καταγραφής των αντιδράσεων της κοινής γνώμης, αλλά και ένα διαδικτυακό καφενείο.

Τι κρύβεται πίσω από αυτά; Μια συνεχής μετάθεση ευθυνών, η οποία ξεκινά από τον πολίτη που γκρινιάζει για το κακό κράτος-πατερούλη και καταλήγει σε όσους αποφασίζουν να διεκδικήσουν δημόσια αξιώματα, στελεχώνοντας το κράτος-πατερούλη.
Η κυβέρνηση οφείλει να λύνει τα ζητήματα θεσμικά, αναζητώντας και αποδίδοντας τις ευθύνες ανάμεσα στους αρμοδίους που «έτρεξαν» τη διαδικασία.