ΑΠΟΨΕΙΣ

Ζόραν Ζάεφ: Ζάχαρη

zoran-zaef-zachari0

zoran-zaef-zachari0Ο έπαινος ήταν ασήκωτος. Σαν να ήθελε ο Ζάεφ να εκδικηθεί τον Μητσοτάκη διά της ζαχαρωτής κολακείας. Αυτό το «έχει δώσει αγώνες για μας», που ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας πίστωσε στον ομόλογό του, δεν θα το έλεγε έτσι κάποιος που θα νοιαζόταν για το πώς θα αντηχήσει στα ελληνικά πολιτικά συμφραζόμενα.
 
Αν εξαιρέσει κανείς τον ΣΥΡΙΖΑ, ο αντίκτυπος της επίσκεψης Ζάεφ ήταν υπόκωφος. Ηταν ανάλογος των διαστάσεων που έχει πια το πάλαι ποτέ Μακεδονικό: είναι μη ζήτημα, από το οποίο έχουν απομείνει μόνο κάποιες διαπραγματευτικές ουρές. Ποιος θυμάται ότι γι’ αυτόν τον γείτονα, που τώρα εμφανίζεται τουλάχιστον ως πρόθυμος μικρός εταίρος, γέμιζαν πριν από δύο χρόνια οι πλατείες αγανάκτηση;
 
Φαίνεται έτσι να δικαιώνονται όσοι έλεγαν ότι οι Πρέσπες θα ελάφραιναν την ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής από ένα αχρείαστο βάρος. Από έναν περισπασμό, που απορροφούσε δυνάμεις –και εθνικό συναίσθημα– αποπροσανατολίζοντας από τις πραγματικές απειλές. Με τη βεβαιότητα αυτού του αποτελέσματος επιχειρεί ο ΣΥΡΙΖΑ να χρεώσει στη Ν.Δ. τον αντιπολιτευτικό της «εθνικολαϊκισμό».
 
Θα μπορούσε άραγε κανείς να χρησιμοποιήσει την περιπέτεια των Πρεσπών ως διδακτικό προηγούμενο; Θα μπορούσε να επικαλεστεί τους κλυδωνισμούς που προκάλεσε εκείνος ο συμβιβασμός, προκειμένου να προβλέψει τις παρενέργειες τυχόν διευθέτησης στα ελληνοτουρκικά;
 
Αν πιστέψει κανείς όσους μετρούν τις διαθέσεις της κοινής γνώμης, η σύγκριση θα απέβαινε παραπειστική. Η πλειοψηφία εμφανίζεται θετική στην αναζήτηση μιας ειρηνικής λύσης με την Τουρκία. Δεν συνέβαινε το ίδιο με τη Βόρεια Μακεδονία.
 
Μπορεί κανείς να εικάσει το ψυχοπολιτικό υπόβαθρο που δικαιολογεί αυτή τη διαφορά στάσης: Είσαι κατά του συμβιβασμού, όταν νιώθεις αρκετά ισχυρός, ώστε να εκβιάσεις τη συμμόρφωση του άλλου. Και αντιστρόφως: όταν ο κίνδυνος είναι σοβαρός, ενεργοποιούνται το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και η ανάλογη αυτοσυγκράτηση. Απόδειξη ότι στην κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο το εθνικό συναίσθημα εκφράστηκε με διαφορετικά μέτρα.
 
Στα ελληνοτουρκικά δεν είναι ακόμη ορατή ούτε καν η οδός μιας διαπραγμάτευσης. Είναι όμως αισθητή μια άλλη –ασυγκρίτως πιο ψυχρή– πολιτική ατμόσφαιρα στο εσωτερικό. Το ερώτημα είναι αν είναι άλλο και το πολιτικό σύστημα.
 
Δικαιολογεί η στάση της αντιπολίτευσης –και η ρητορική της «πιτζάμας»– την εκτίμηση ότι έχει μάθει από αυτά που έπαθε για τις Πρέσπες; Εχει η σιωπηρή ενδοκυβερνητική αντιπολίτευση, που εκφράζεται μέχρι στιγμής μόνο πλαγίως, αποκτήσει επίγνωση της αποτυχίας της –και της πεζοδρομιακής της φθοράς– στο Μακεδονικό; Το τελευταίο ερώτημα είναι, βέβαια, ρητορικό. Για έναν –ή μάλλον ενάμιση– κλάδο της Ν.Δ. ο καλύτερος συμβιβασμός στην εξωτερική πολιτική είναι αυτός που αενάως αναβάλλεται.