ΑΠΟΨΕΙΣ

Θύμα του κορωνοϊού η χρησιμότητα των τραπεζών

Πολλά είναι τα διδάγματα από την πανδημία, ανάμεσά τους και κάτι απροσδόκητο: Δεν χρειάζονται τράπεζες. Η υγειονομική κρίση, προφανώς, έχει ανυπολόγιστες επιπτώσεις που ακόμα δεν τις έχουμε διαπιστώσει πλήρως. Είναι βέβαιον, όμως, ότι πολλοί κλάδοι σταμάτησαν να λειτουργούν και προκλήθηκαν τεράστιες ανάγκες.

Εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε ποια θα ήταν η πραγματικότητα αν δεν είχε σπεύσει η κυβέρνηση, όπως κι άλλες, να καλύψει τις έκτακτες ανάγκες με κρατικό χρήμα. Εφαρμόζει ένα γενναίο πρόγραμμα που είναι 10,8 δισ. ευρώ επιχορηγήσεις κι άλλα 6,4 δισ. ευρώ βραχυχρόνια δάνεια σε επιχειρήσεις και εγγυήσεις δανείων. Σύνολο 17,2 δισ. ευρώ.

Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι η προσπάθεια είναι ανεπαρκής, χρειάζονται περισσότερα. Ισως. Μακάρι να υπήρχαν μεγαλύτερες δυνατότητες. Ευτυχώς, η Ευρωπαϊκή Ενωση, κατέληξε σε ένεση χρηματοδότησης με 750 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης, από τα οποία περίπου 32 δισ. υπολογίζονται ότι αφορούν την ελληνική οικονομία και υπολογίζονται σε περισσότερο από 17% του ελληνικού ΑΕΠ, σε βάθος εξαετίας.

Και οι τράπεζες; τι έκαναν το διάστημα αυτό; Επιβεβαίωσαν την παλιά ρήση ότι προσφέρουν ομπρέλα μόνον όταν έχει λιακάδα. Πρότειναν σε κάποιους πελάτες «πάγωμα χρεολυσίων» που σημαίνει ότι θα πληρώνουν μόνον τους τόκους ώστε η τράπεζα να «γράφει» κέρδη, αλλά η δόση είναι μικρότερη επειδή δεν πληρώνει το κεφάλαιο και άρα στο μέλλον θα εισπραχθεί μεγαλύτερος τόκος.

Ακόμα και η πρόσφατη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας («Επιπτώσεις της COVID-19 σε Οικονομία») αναφέρει ότι η επαναχρηματοδότηση, δηλαδή η δανειοδότηση για την εξυπηρέτηση παλιών δανείων είναι φέτος 3,2 δισ. και τα νέα δάνεια μόλις 200 εκατ. ευρώ.
Επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποκαλύπτουν ότι οι χορηγήσεις προς τον ιδιωτικό τομέα από 153,5 δισ. τον Ιανουάριο 2020, μειώθηκαν κατά 3,8% σε 147,5 δισ. ευρώ τον Ιούλιο.

Αν η κυβέρνηση δεν είχε δαπανήσει τα 17 δισ., αν δεν αναμένονταν τα κεφάλαια από το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης, η κατάρρευση της οικονομίας θα ήταν η χειρότερη όλων των εποχών. Ακόμα και την περίοδο μηδενικών επιτοκίων, η καταστροφή θα ήταν ανυπολόγιστη.

Ωστόσο, οι τράπεζες δεν ήταν εντελώς αδρανείς. Εσπευσαν να καρπωθούν τη ρευστότητα που παραχωρεί η ΕΚΤ. Αξιοποίησαν πλήρως το ειδικό πρόγραμμα παροχής ρευστότητας, το λεγόμενο TLTRO της πανδημίας, μέσω του οποίου η κεντρική τράπεζα δανείζει με αρνητικό επιτόκιο -0,5%.

Μάλιστα, με το νέο TLTRO, οι τράπεζες δεν είναι υποχρεωμένες να ικανοποιούν συγκεκριμένους στόχους για χορήγηση νέων δανείων, αλλά έχουν τη δυνατότητα να τοποθετήσουν τη ρευστότητα σε κρατικούς τίτλους. Αυτό έκαναν και τα κεφάλαια που αποκτούσαν με αρνητικό επιτόκιο τα έδωσαν στο Δημόσιο εισπράττοντας π.χ. 1,4%. Ετσι οι τράπεζες έγραφαν εύκολα κέρδη και η κυβέρνηση ήταν ικανοποιημένη επειδή δανείστηκε με το χαμηλότερο επιτόκιο όλων των εποχών.

Τον Φεβρουάριο, πριν ανακοινωθούν τα μέτρα της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, το άνοιγμα των ελληνικών τραπεζών στην ΕΚΤ ήταν 25,4 δισ., ενώ στο τέλος Ιουλίου είναι 70 δισ. ευρώ. Σε πέντε μήνες, δηλαδή, οι τράπεζες άντλησαν ρευστότητα περίπου 45 δισ. ευρώ, και «πληρώνουν» αρνητικά επιτόκια στην ΕΚΤ. Επιπλέον στην πανδημία αυξήθηκαν οι καταθέσεις που αξιοποιούν οι τράπεζες δίνοντας μηδενικό επιτόκιο. Το σύνολο των καταθέσεων από 165,2 δισ. τον Ιανουάριο, αυξήθηκε σε 170,8 δισ. ευρώ τον Ιούλιο, μεταβολή +7,3% από πέρυσι.

Προφανώς η ΕΚΤ διευκολύνει τις ευρωπαϊκές τράπεζες με νέα ρευστότητα, ώστε να χρηματοδοτούν κράτη και ιδιώτες. Στην Ελλάδα οι τράπεζες ανακάλυψαν μέθοδο εύκολης κερδοφορίας. Θέτουν σε κίνδυνο, όμως, κάτι πιο σημαντικό, τον λόγο ύπαρξής τους. Δεν είναι χρήσιμες.