ΑΠΟΨΕΙΣ

Παθογένειες και μάσκες

Η απόφαση να μοιραστούν πέντε εκατομμύρια μάσκες σε εκπαιδευτικούς και μαθητές και το φιάσκο που προέκυψε πρέπει να συζητηθούν, αλλά όχι επιφανειακά. Και αυτό γιατί παραπέμπουν με συμπυκνωμένο τρόπο στα συστατικά στοιχεία μιας παθογένειας που πρέπει να ξεπεράσουμε αν θέλουμε ως χώρα να αλλάξουμε σελίδα.

Τα στοιχεία της υπόθεσης είναι γνωστά: Η Κεντρική Eνωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) παρήγγειλε πέντε εκατομμύρια μάσκες. Τις προδιαγραφές καθόρισε επιτροπή της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Υγείας, αλλά, παρά την εξαιρετικά λεπτομερή περιγραφή τους, αμέλησε να προσδιορίσει πως το ύφασμα της μάσκας έπρεπε να διπλωθεί και να συρραφθεί. Eτσι, το ένα τρίτο των μασκών βγήκαν τόσο μεγάλες ώστε να είναι άχρηστες.

Τρία κομβικά προβλήματα συμπλέκονται εδώ. Το πρώτο είναι ο λαϊκισμός που στοιχειώνει την πολιτική ζωή σπρώχνοντας σε αποφάσεις που επιφανειακά φαντάζουν λαοφιλείς και γενναιόδωρες, αλλά στην πράξη είναι ασήμαντες ή και άχρηστες. Eπρεπε πραγματικά το κράτος να μοιράσει μάσκες στους πάντες; Είναι τόσο απαγορευτικό το κόστος τους; Και αν ναι, για πόσους; Στη συγκεκριμένη περίπτωση το κόστος του λαϊκισμού δεν μετριέται μόνο σε χρήμα (τα ποσά είναι μικρά), αλλά σε «κόστος ευκαιρίας»: σημαντικές, ενδεχομένως αναγκαίες δράσεις θα καθυστερήσουν ή δεν θα πραγματοποιηθούν εξαιτίας του χρόνου και της ενέργειας που σπαταλιούνται σε τέτοια μέτρα. Επιπλέον, τα μέτρα αυτά δημιουργούν τετελεσμένα: π.χ., η ανώτατη εκπαίδευση υποφέρει δεκαετίες από το βαθύτατα στρεβλό μέτρο τής δωρεάν διανομής συγγραμμάτων.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι η λειτουργία της κρατικής μηχανής που χαρακτηρίζεται από ακραία αναποτελεσματικότητα. Το εντυπωσιακό στην περίπτωση αυτή είναι πως κανένας εμπλεκόμενος στην όλη διαδικασία δεν πρόσεξε το προφανές λάθος των προδιαγραφών – και αν το πρόσεξε, όπως είναι και το πιθανότερο, δεν έπραξε κάτι για να το διορθώσει. Με άλλα λόγια, επικράτησε ένας γραφειοκρατικός αυτοματισμός στα όρια της παρωδίας. Τέτοιου είδους αυτοματισμοί είναι δομικά στοιχεία της λειτουργίας οργανισμών όπου κυριαρχεί η καχυποψία, ο συγκεντρωτισμός, η έλλειψη πρωτοβουλίας και η ισοπέδωση. Ο πολλαπλασιασμός των διαδικασιών, η ιεραρχία στις αποφάσεις και η τυπολατρία αναπόφευκτα εντείνουν την αναποτελεσματικότητα.

Το τρίτο πρόβλημα είναι πως οι πολίτες μπορεί να γκρινιάζουν για τις κρατικές αστοχίες, αλλά έχουν εθιστεί σε αυτές, τις θεωρούν αυτονόητες. Η γκρίνια έχει αφομοιωθεί, με αποτέλεσμα να μην έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η σχέση πολιτών και κράτους έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά ιδρυματοποίησης.

Οι τρεις αυτές διαστάσεις συμπλέκονται καθιστώντας το πρόβλημα δυσεπίλυτο. Ο λαϊκισμός δεν υποχωρεί γιατί έχει διαχυθεί στην κοινωνία που συνήθως τον προτιμά παραβλέποντας τις αστοχίες που προκαλεί: Η απόφαση να μην μοιραστούν μάσκες θα ξεσήκωνε πιθανόν περισσότερες διαμαρτυρίες από ό,τι το φιάσκο της διανομής τους. Ταυτόχρονα αποτελεί το περίβλημα το οποίο ενδύονται οι συντεχνίες του Δημοσίου για να αποτρέψουν την εισαγωγή διαδικασιών αξιολόγησης που θα έδιναν αυξημένες ευθύνες και παροχές στους καλύτερους υπαλλήλους, παράγοντας έτσι μεγαλύτερη ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Καθώς οι μεταρρυθμίσεις αναβάλλονται, διαιωνίζεται η αναποτελεσματικότητα. Οι πολιτικοί έχουν βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα (τις επόμενες εκλογές) και προτιμούν να ανεχθούν τον λαϊκισμό από το να συγκρουστούν μαζί του. Μακροπρόθεσμα, βέβαια, το κοινωνικό κόστος της επιλογής αυτής είναι τεράστιο, όπως έδειξε η χρεοκοπία του 2010.

Ο λαϊκισμός των πολιτών αντιμετωπίζεται μόνο παιδαγωγικά και επικοινωνιακά, μια επίπονη και μακρόσυρτη διαδικασία. Το ίδιο ισχύει και για τις μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του Δημοσίου. Μια πιο άμεση δυνατότητα, όπως ορθά επισήμανε πρόσφατα ο Διομήδης Σπινέλλης, είναι η στοχευμένη αυτοσυγκράτηση: «Η πρώτη αντίδραση των πολιτικών όταν έρχεται στο γραφείο τους μια πρόταση για άλλο ένα δημόσιο έργο θα πρέπει να είναι η εξέταση του πώς μπορεί αυτό να αποφευχθεί». Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει την υποβάθμιση του πελατειακού τους ενστίκτου. Εκεί είναι όμως που ξεχωρίζει το πολιτικό στάρι από την ήρα. Και η συμβολή της σωστής δημοσιογραφίας στην ανάδειξή τους είναι απαραίτητη.
 
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.