ΑΠΟΨΕΙΣ

Από τον Ιγκλμπέργκερ στον Πομπέο

Η δύσκολη σχέση Ελλάδας – Τουρκίας απασχολεί σταθερά τις ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες.

Η στρατηγική θέση των δύο χωρών και ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζουν στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ δικαιολογούν την προσοχή του κατεστημένου εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο μέχρι τις αρμόδιες επιτροπές της Γερουσίας και της Βουλής.

Οι Ελληνες θεωρούμε ότι η προσέγγιση των ΗΠΑ είναι ετεροβαρής. Η Ουάσιγκτον την αποδίδει στο γεωγραφικό, οικονομικό και πληθυσμιακό μέγεθος της Τουρκίας, όπως και στη γειτνίαση της τελευταίας με Ρωσία, Ιράν, Ιράκ και Συρία.

Είναι ενδεικτικά τα όσα είχε πει κάποτε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Λόρενς Ιγκλμπέργκερ σε έναν από τους σημαντικούς Ελληνες διπλωμάτες, τον Χρήστο Ζαχαράκι, ο οποίος ήταν πρέσβης στην Ουάσιγκτον στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Οπως διηγήθηκε πρόσφατα ο τελευταίος, ο τότε επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είπε «πάρα πολύ καθαρά κάτι που με είχε από τότε εντυπωσιάσει και προσπαθώ κάθε φορά να μην το επιβεβαιώνω, αλλά δυστυχώς επιβεβαιώνεται. Μου είπε: “Σας παρακαλούμε πάρα πολύ, μη μας βάζετε στη θέση να διαλέξουμε μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος, μη βάζετε αυτό το δίλημμα, δεν θέλουμε να το κάνουμε. Προσπαθήστε μόνοι σας και εμείς θα κρατάμε μια ισορροπία. Εάν όμως μας θέσετε θέμα να διαλέξουμε, σας λέω ότι 90 φορές στις 100 θα διαλέξουμε υπέρ της Τουρκίας. Διότι αυτό είναι το γενικότερο επιβαλλόμενο συμφέρον των ΗΠΑ”».

Τρεις δεκαετίες αργότερα, η αξία της Τουρκίας παραμένει σημαντική. Ωστόσο, από τότε έχουν αλλάξει πολλά.

Η Ελλάδα δεν είναι η χώρα που το ’80 αναζητούσε τον βηματισμό της ύστερα από μια δικτατορία, που το ’90 είχε προβλήματα ακόμη και με τα Σκόπια, που για χρόνια τηρούσε αποστάσεις από το Ισραήλ.

Σήμερα είναι όχι μόνο μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., αλλά και μια χώρα η οποία σταθερά και σε διακομματικό επίπεδο διαδραματίζει ρόλο στα Βαλκάνια, έχει οικοδομήσει εξαιρετικές διμερείς σχέσεις με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, χώρες με τις οποίες έχει, από κοινού με την Κύπρο, δημιουργήσει δύο σημαντικά τριμερή σχήματα συνεργασίας, τα οποία έχουν και την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ.

Αλλά και η Κύπρος του 2020 δεν έχει σχέση με τη χώρα που κάποτε αναζητούσε ρόλο στους κόλπους του Κινήματος των Αδεσμεύτων. Είναι σήμερα πλήρες μέλος της Ε.Ε. και στενός σύμμαχος της Αμερικής, όπως επιβεβαιώθηκε κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Μάικ Πομπέο στη Λευκωσία.

Ο νόμος EastMed Act, που ψηφίσθηκε πριν από μερικούς μήνες από το Κογκρέσο, αλλά και η άρση της απαγόρευσης πώλησης μη φονικών όπλων από τις ΗΠΑ προς την Κύπρο, ενισχύουν αυτή την αίσθηση σύσφιγξης των σχέσεων των δύο χωρών.

Η Τουρκία ακολουθεί αντίθετη πορεία. Ξεκίνησε από το 2003, όταν ο Ερντογάν δεν επέτρεψε τη διέλευση αμερικανικών δυνάμεων από το τουρκικό έδαφος για τον πόλεμο του Ιράκ. Και συνεχίσθηκε με μιαν επιδεινούμενη συμπεριφορά, που τα τελευταία χρόνια περιλαμβάνει τη μετωπική σύγκρουση όχι μόνο με την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και με άλλες σημαντικές χώρες της Αν. Μεσογείου όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος, που είναι στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, και έχει ως αποκορύφωμα την αγορά των S-400.

Παρ’ όλα αυτά, η Αμερική δεν θέλει η μόνη μουσουλμανική χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ να εξελιχθεί σε ένα Πακιστάν ή και Ιράν. Υπολογίζει την Τουρκία και θέλει να τη διατηρήσει κοντά στη Δύση.

Το σκηνικό στο τρίγωνο Ουάσιγκτον, Αθήνας, Αγκυρας, όμως, δεν έχει πλέον σχέση με αυτό της περιόδου του Λόρενς Ιγκλμπέργκερ, πριν από τριάντα χρόνια.

Λίγο πριν από την επίσκεψη του Μάικ Πομπέο στην περιοχή, Ελλάδα και Τουρκία εξακολουθούν να μην έχουν το ίδιο ειδικό βάρος για τις ΗΠΑ.

Ωστόσο, η γεωπολιτική ωρίμανση Αθήνας και Λευκωσίας και οι διμερείς και πολυμερείς συμμαχίες τους στην Αν. Μεσόγειο, σε συνδυασμό με τη μετατόπιση της Αγκυρας, έχουν αλλάξει την εξίσωση. Και η αμερικανική γεωστρατηγική προσέγγιση έχει γίνει πιο σύνθετη, και λιγότερο ετεροβαρής.