ΑΠΟΨΕΙΣ

Σταρ του θεάτρου, ηρωίδα δράσης και «σύζυγος» ενός Μποντ

Τη δεκαετία του ’60 η Νταϊάνα Ριγκ (1938-2020) κατέκτησε το κοινό με τη δυναμική της παρουσία στη σειρά «Οι Εκδικητές» στο πλευρό του Πάτρικ Μακνί.

Κάποια άλλη στη θέση της θα είχε να λέει πως υπήρξε το μόνο «κορίτσι του Τζέιμς Μποντ», το οποίο ο διάσημος Βρετανός κατάσκοπος… παντρεύτηκε. Επίσης, μια διαφορετική ηθοποιός πιθανότατα δεν θα είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τον τηλεοπτικό ρόλο που την έκανε παγκοσμίως διάσημη μόλις μετά δύο κύκλους. Και σίγουρα όχι για να επιστρέψει απλώς στο θεατρικό σανίδι. Η Νταϊάνα Ριγκ, ωστόσο, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών, δεν ήταν μια συνηθισμένη κινηματογραφική, τηλεοπτική ή θεατρική σταρ· ή ίσως ήταν και τα τρία μαζί. Γεννημένη στο Ντονκάστερ της Βρετανίας το 1938 αλλά μεγαλωμένη στην Ινδία μέχρι τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου –και μιλώντας πλέον ινδικά σαν δεύτερη γλώσσα– η νεαρή Νταϊάνα ξεκίνησε την καριέρα της ακριβώς στο σημείο της Ιστορίας που ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία της: στην ανήσυχη δεκαετία του 1960.

Με το θέατρο να είναι πάντα η βάση της –ξεκίνησε από το «Ο κύκλος με την κιμωλία» του Μπρεχτ– πέρασε σύντομα και στην τηλεόραση, όπου ύστερα από μερικούς δευτερεύοντες ρόλους, το 1965 μπήκε στο καστ της επιτυχημένης και πρωτοποριακής σειράς «The Avengers»-«Οι Εκδικητές». Το σουρεαλιστικό χιούμορ και η ψυχεδελική προσέγγιση της σειράς τη βοήθησαν να δημιουργήσει τον χαρακτήρα της Εμα Πιλ, ενός σέξι αλλά και πολύ δυναμικού κοριτσιού, που δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει την άριστη γνώση πολεμικών τεχνών για να βάλει στη θέση τους εκείνους που δεν τη σέβονταν. Ερμηνεύοντας επί της ουσίας μία από τις πρώτες (τηλεοπτικές) γυναίκες action heroes, η Ριγκ έγινε σύντομα σύμβολο του ανερχόμενου φεμινιστικού κινήματος, γεγονός που ενισχύθηκε και από ακόμα μία «αντισυμβατική» για την εποχή πράξη της: όταν αντιλήφθηκε πως η αμοιβή της ήταν μικρότερη όχι απλώς από των ανδρών συναδέλφων αλλά και από των καμεραμέν, απαίτησε –και πήρε– περισσότερα χρήματα προκειμένου να επανέλθει στα γυρίσματα. Σε συνέντευξή της το 2019 θυμήθηκε πως δεν ήταν εύκολο: «Ο Τύπος της εποχής με έκανε να μοιάζω σαν ένα στυγνό μισθοφορικό πλάσμα, όταν το μόνο που ζητούσα ήταν ίση μεταχείριση. Είναι θλιβερό ότι ακόμα και σήμερα μιλάμε για τη διαφορά στις αμοιβές ανάμεσα στα δύο φύλα».

Ταυτόχρονα, η εντυπωσιακή εξωτερική της εμφάνιση, σε συνδυασμό με την ελαφρώς βραχνή φωνή που είχε αποκτήσει καπνίζοντας αρειμανίως, την έκαναν πολύ δημοφιλή και ανάμεσα στο ανδρικό κοινό. Λίγο αργότερα εξαργύρωσε αυτή τη φήμη παίρνοντας μέρος στην περιπέτεια του Πράκτορος 007 «Στην υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητας», στο πλευρό του Τζορτζ Λάζενμπι, τον οποίο μάλιστα έφτασε (μυθοπλαστικά) μέχρι τα σκαλιά της εκκλησίας. Αυτά τα τελευταία πάντως απέφευγε, τουλάχιστον τότε, να τα ανεβεί στην πραγματική ζωή· επί χρόνια κατά τη δεκαετία του ‘60 η Ριγκ διατηρούσε πολύκροτη σχέση με τον σκηνοθέτη Φίλιπ Σάβιλ, τον οποίο όμως αρνήθηκε να παντρευτεί δηλώνοντας χαρακτηριστικά στα μίντια πως δεν είχε καμιά διάθεση να γίνει «αξιοσέβαστη». Οσο για τη σχέση της με τον συμπρωταγωνιστή Λάζενμπι, υπήρξε και αυτή εκρηκτική, με τον μύθο να θέλει εκείνη να τρώει σκόρδο πριν από τις ερωτικές σκηνές τους για να τον πικάρει.

Ολη αυτή η υπερπροβολή πάντως και τα κυνηγητά με τους παπαράτσι, μάλλον κούρασαν την Νταϊάνα Ριγκ, η οποία αποχώρησε οικειοθελώς από το «Τhe Avengers» το 1968, προκειμένου να αφοσιωθεί περισσότερο στη θεατρική της καριέρα. Η τελευταία βρισκόταν βέβαια ήδη σε πολύ υψηλό επίπεδο με ρόλους δίπλα σε ιερά τέρατα της σκηνής όπως ο Λόρενς Ολίβιε, ενώ τα επόμενα χρόνια η Βρετανίδα ηθοποιός εργάστηκε σταθερά στους θιάσους του Βρετανικού Εθνικού Θεάτρου και του Old Vic. Μετά πολλές υποψηφιότητες, το 1994 κέρδισε τελικά και το βραβείο Tony, για την ερμηνεία της στη «Μήδεια» του Ευριπίδη, την οποία είχε τελειοποιήσει έπειτα από συνεχόμενες διαφορετικές παραστάσεις στις αρχές εκείνης της δεκαετίας. Γενικώς η καριέρα της στο «σανίδι» ήταν γεμάτη σπουδαίους γυναικείους ρόλους: η Μάρθα στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Εντουαρντ Αλμπι, η Φαίδρα και η Μεσσαλίνα του Ρακίνα και πολλές άλλες. Το θέατρο παρέμεινε μόνιμος σύντροφος της Ριγκ σχεδόν μέχρι το τέλος, με την τελευταία της παράσταση να είναι το 2018 στο έργο «Ωραία μου κυρία».

Ολα αυτά τα χρόνια, ωστόσο, η Νταϊάνα Ριγκ δεν σταμάτησε να κάνει τηλεόραση και σινεμά. Το 1990 μάλιστα κέρδισε το βραβείο Bafta καλύτερης ηθοποιού για το τηλεοπτικό «Mother Love», ενώ το 1997 της απονεμήθηκε και το Emmy για τον ρόλο της στη μίνι σειρά «Ρεμπέκα». Το δε γεγονός πως η μικρή οθόνη έμοιαζε να της ταιριάζει περισσότερο επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά τα τελευταία χρόνια, οπότε και η ηλικιωμένη πια Ριγκ κέρδισε στρατιές νέων θαυμαστών λόγω της συμμετοχής της στο φαινόμενο του «Game 
of Thrones».

Σε ένα σόου που έσπασε όλα τα τηλεοπτικά ρεκόρ σε πλήθος «δεύτερων» χαρακτήρων, η Ριγκ εμφανίστηκε από τον τρίτο κύκλο, κερδίζοντας αμέσως τις εντυπώσεις ως Λαίδη Ολένα Ταϊρέλ, μια δυναμική αριστοκράτισσα με κοφτερή γλώσσα που κινεί δεξιοτεχνικά τα νήματα στο παρασκήνιο. Επιβλητική και μόνο με το βλέμμα της σε αυτή τη φάση, η Βρετανίδα ηθοποιός δημιούργησε έναν μητριαρχικό χαρακτήρα, που κάνει τα πάντα προκειμένου να διατηρήσει την αίγλη του αρχαίου οίκου της. Το παίξιμο και η φιλοσοφία της ήταν σαιξπηρικό, με έναν σύγχρονο όμως τηλεοπτικό τρόπο που την έκανε δημοφιλέστατη και προκάλεσε αντιδράσεις όταν ήρθε η ώρα να αποχωρήσει από τη σειρά το 2017.