ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι αόρατες επιπτώσεις της πανδημίας

Η  Καρολάιν Κριάντο Πέρεζ είναι τυχερή συγγραφέας. Οταν, το 2019, έγραφε στο βιβλίο «Αόρατες γυναίκες» για το έμφυλο κενό δεδομένων, που περιορίζει τη συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια ζωή, δεν φανταζόταν ότι ένα χρόνο αργότερα, και αφού το βιβλίο της είχε μεταφραστεί σε 26 γλώσσες, το –ήδη σημαντικό– πρόβλημα που η ίδια ανέλυε θα βρισκόταν στο κέντρο της μεγαλύτερης υγειονομικής και οικονομικής κρίσης του αιώνα.

Το ζήτημα που έθεσε η Πέρεζ, ότι δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται η τεχνολογική, πολιτική, κοινωνική, επιστημονική πραγματικότητα βασίζεται σε ένα σύνολο δεδομένων από το οποίο εν πολλοίς απουσιάζουν τα στοιχεία που αφορούν γυναίκες, αναδείχθηκε από την αρχή της πανδημίας ως βασική συνιστώσα οποιασδήποτε αποτελεσματικής αντιμετώπισης των συνεπειών της.

Ηδη από τις αρχές Μαρτίου, ακόμα και σε χώρες που δεν είχαν εφαρμόσει αυστηρά μέτρα για τον περιορισμό εξάπλωσης του ιού, άνοιξε μια παραγωγική δημόσια συζήτηση σε σχέση με τις συνέπειες που είχε και θα έχει η κρίση του κορωνοϊού για τις γυναίκες και την έμφυλη ισότητα. Μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες, τα στοιχεία που έδιναν στη δημοσιότητα οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας και το Ινστιτούτο Δημοσιονομικών Μελετών είχαν κάνει σαφές ότι οι γυναίκες ήταν εκείνες που θα πλήττονταν περισσότερο, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, από τις επιπτώσεις της πανδημίας: μπορεί να ήταν λιγότερες εκείνες που έχαναν τη ζωή τους, όμως ήταν περισσότερες εκείνες που απολύονταν, μείωναν τις ώρες εργασίας τους για να ανταποκριθούν στη φροντίδα των οικογενειών τους, επωμίζονταν δυσανάλογο φόρτο απλήρωτης εργασίας, βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης, ως νοσηλεύτριες, φροντίστριες, προσωπικό καθαριότητας και προσωπικό σε καταστήματα πρώτης ανάγκης, και έβλεπαν τις επιχειρήσεις τους (στον τουρισμό, στην εστίαση, στην εκπαίδευση και στο λιανικό εμπόριο) να καταρρέουν.

Οι διαπιστώσεις αυτές, έχοντας ξεπεράσει το στάδιο της εικασίας, μπορούσαν πλέον να αξιοποιηθούν από τους θεσμικούς φορείς για τον σχεδιασμό δίκαιων και βιώσιμων πολιτικών για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ταυτόχρονα, ο πλούτος των πληροφοριών έκρυψε για λίγο καιρό το ότι δεν είχαμε τέτοια στοιχεία και στην Ελλάδα.

Πέρα από την καίρια κινητοποίηση των αρμόδιων φορέων για την αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας που σημειώθηκε κατά την περίοδο της καραντίνας, στην Ελλάδα η συζήτηση για την έμφυλη διάσταση του κορωνοϊού απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά από τον δημόσιο διάλογο: απουσιάζει από τον προγραμματισμό και τις εισηγήσεις των συνεδρίων, από τα ΜΜΕ, από τον πολιτικό λόγο. Εδώ δεν συζητάμε για το πώς πλήττονται και θα πλήττονται οι γυναίκες στη χώρα μας –κοινωνικά, επαγγελματικά, οικονομικά–, και η αιτία είναι απλή: ότι δεν ξέρουμε. Και δεν ξέρουμε επειδή δεν έχουμε στη διάθεσή μας κατάλληλα στοιχεία για να βγάλουμε κατάλληλα συμπεράσματα.

Δεν ξέρουμε πόσες επιχειρήσεις ιδρύονται και διευθύνονται από γυναίκες, δεν ξέρουμε πόσες γυναίκες απασχολούνται στη μη τυπική φροντίδα, πόσες χρησιμοποιούν τα μέσα μεταφοράς, πόσες δούλεψαν και δουλεύουν από το σπίτι ή πήραν άδεια ειδικού σκοπού το τελευταίο εξάμηνο, πώς κατανέμονται οι ευθύνες φροντίδας στις οικογένειες, πόσες γυναίκες απασχολούνται στους τομείς της λιανικής πώλησης, της προσωπικής φροντίδας και της εστίασης, πόσες μείωσαν τις ώρες εργασίας τους, πόσο προχώρησαν την επιστημονική τους δουλειά οι γυναίκες ερευνήτριες – σε πολλούς τομείς δεν ξέρουμε καν τι θα έπρεπε να ξέρουμε.

Από την άλλη, ξέρουμε κάποια πράγματα. Τον Απρίλιο η «διαΝΕΟσις» δημοσιοποίησε έρευνα που περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικές και με την εργασιακή καθημερινότητα ανδρών και γυναικών. Μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, όπως το Women On Top (του οποίου η υπογράφουσα είναι συνιδρύτρια), η επιτροπή Women In Business του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου και η Women Act, πραγματοποίησαν μικρότερης εμβέλειας έρευνες που διερευνούν, τουλάχιστον σε επίπεδο τάσεων, ορισμένα από τα παραπάνω ζητήματα. Οπως σημειώνει η Ιωάννα Προφύρη, επιστημονικό στέλεχος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, διαθέτουμε ήδη στοιχεία για το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών στον τουρισμό και στην εστίαση. Γνωρίζουμε ότι στους χώρους τεχνολογίας, που δίνουν εξ ορισμού μεγάλα περιθώρια εξ αποστάσεως εργασίας, τα ποσοστά των γυναικών είναι χαμηλά. Σύντομα, αναφέρει η Σοφία Κουνενάκη-Εφραίμογλου, πρόεδρος του Εθνικού Επιμελητηριακού Δικτύου Ελληνίδων Γυναικών Επιχειρηματιών, το Γενικό Εμπορικό Μητρώο θα ενσωματώσει κωδικούς φύλου στις καταγραφές των επιχειρήσεων. Στο μεταξύ, μπορούμε να αξιοποιήσουμε στοιχεία του συστήματος «Εργάνη» για να βγάλουμε συμπεράσματα σε σχέση με την εργασιακή κατάσταση των γυναικών, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Μπορούμε να συνδυάσουμε ό,τι δεδομένα έχουμε στη διάθεσή μας για την Ελλάδα με τις αναγωγές που μας επιτρέπουν τα δεδομένα που έρχονται από το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον. Θα το κάνουμε, όμως;

Στις «Αόρατες γυναίκες», η Πέρεζ κάνει σαφές ότι για να βρεθούν τα δεδομένα που θα μας επιτρέψουν να φτιάξουμε κοινωνίες εξίσου λειτουργικές για όλους, χρειάζεται να τα ψάξουμε, να αφιερώσουμε χρόνο και ενέργεια στην αναζήτησή τους, άρα να παραιτηθούμε από την ιδέα ότι αυτά που ήδη έχουμε είναι αρκετά. Εως τώρα, εδώ, αυτό δεν φαίνεται να μας ενδιαφέρει αρκετά για να το καταφέρουμε.
 
* Η κ. Στέλλα Κάσδαγλη είναι συνιδρύτρια του οργανισμού Women On Top και συγγραφέας.