ΑΠΟΨΕΙΣ

Λευκός, γοργός ή αργός ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα;

Από την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου στο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138) παρουσιάζεται η έκθεση της Δανής φωτογράφου Pernille Koldbech Fich, με τίτλο «Preparing for the Beach». Θα διαρκέσει έως και την Κυριακή 22 Νοεμβρίου και διοργανώνεται από το Μουσείο Μπενάκη και το Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα.

Για λογοτεχνικούς λόγους παρά για θρησκευτικούς, και οι δύο νομπελίστες μας αναμετρήθηκαν με την «Αποκάλυψη». Προσυπέγραψαν έτσι έμπρακτο το παλιό αίτημα μεταφοράς των Γραφών στη νεοελληνική. Αν στόχος είναι η κατανόηση του βιβλικού λόγου, και όχι η μαγεμένη παρακολούθηση του ήχου μισογνωστών-μισοάγνωστων λέξεων, τότε η μετάφρασή του είναι αναγκαία και υποχρεωτική. Ούτε ανευλαβής ούτε «αντικανονική». 

Ο Γιώργος Σεφέρης χαρακτήρισε «μεταγραφή» τη δοκιμή του (οριστική έκδοση Ικαρος, 1975), ο δε Οδυσσέας Ελύτης «μορφή στα νέα ελληνικά» (Υψιλον, 1985). Και οι δύο αποφεύγουν τον όρο «μετάφραση», όπως και αλλού, επιλογή που αξίζει σχολιασμό· δεν είναι όμως του παρόντος. Στο κρίσιμο εδάφιο της «Αποκάλυψης» που μας απασχόλησε την περασμένη Κυριακή, ο Σεφέρης μεταφράζει ως «χλωμό» τον «χλωρό» τέταρτο ίππο: «Και είδα, και ιδού άλογο χλωμό, κι ο καβαλάρης τ’ όνομά του Θάνατος». Ο Ελύτης ενισχύει (ή μάλλον αποσαφηνίζει) το «χλωμός» με ένα επιπλέον επίθετο: «Και είδα και να: ένα κιτρινιάρικο, χλωμό άλογο· κι ο που το καβαλούσε, ο Θάνατος με τ’ όνομα». Ακόμα και λίγες λέξεις αρκούν για να υποδείξουν τον ιδιασμό κάθε ποιητή. Ούτε το «χλωρός» (με την τωρινή σημασία) ούτε το «χλωμός» είναι εναργές επί ίππων, εξ ου και η επιλογή «πρασινοκίτρινο» των μεταφραστών της Βιβλικής Εταιρίας. Απολύτως οικείες οι δύο σχεδόν ομόηχες λέξεις, σχηματίζουν όμως θολή εικόνα. Σημειωτέον, σε σύγχρονες εικαστικές αποδόσεις της ιππικής τετράδας, το άλογο του Θανάτου είναι πράσινο.

Ας υποθέσουμε εδώ ότι ξαφνικά φτάνει στα μέρη μας ένας αρχαίος Ελληνας. Θα μπορούσαμε άραγε να συνεννοηθούμε μαζί του; Και πώς; Διά της ομιλίας ή διά της γραφής; «Μα και φυσικά θα μπορούσαμε, και συνομιλώντας και γράφοντας», θα ήταν η αυθόρμητη απάντηση. Που δεν είναι μόνο συναισθηματική, αλλά και ιδεολογική, αφού η σιγουριά της ακώλυτης συνέχειας και της απόλυτης ταυτότητας χαράσσεται και ξαναχαράσσεται μέσα μας, στα πολλά θρανία όπου καθόμαστε από την παιδική μας ηλικία κι ώσπου να γεράσουμε. Γιατί πέρα από την οικειότητα που φυσικώ τω λόγω αισθανόμαστε, και μόνο επειδή γεννηθήκαμε στα ίδια χώματα, τριγυρισμένοι από θαυμαστά μνημεία και λυπηρά ερείπια, και επειδή μιλάμε μια γλώσσα που αποτελεί μεταγενέστερη φάση της αρχαίας, υπάρχει και μια οικειότητα φανταστική, εμφυτευμένη, ιδεοληπτική. Και τελικά παγιδευτική. 
Ακόμα κι αν υποθέταμε ότι ο αρχαίος ήταν Αθηναίος και προσεδαφιζόταν στη σημερινή Αθήνα, δεν ήταν δηλαδή χρήστης διαλέκτου ή ιδιώματος και δεν προσεδαφιζόταν σε περιοχή όπου αντέχουν ακόμα τα ιδιώματα, παρά την ομοιογενοποιητική γλώσσα της τηλεόρασης (στην αρχαιότητα λειτουργούσαν ώς έναν βαθμό ενοποιητικά οι μούσες της Αθήνας, οι τραγικοί και οι κωμωδιογράφοι), και πάλι θα υπήρχε πρόβλημα. Αίφνης, πώς θα μιλούσε ο επισκέπτης μας: όπως εμείς στην Αθήνα, και όπως περίπου οι Βυζαντινοί, ή ερασμικά, όπως όσοι αλλοδαποί σπουδάζουν αρχαία ελληνικά; Η διαμάχη για την αρχαία προφορά μετράει ζωή μισής χιλιετίας, από το 1528, όταν ο Ολλανδός Δεζιδέριος Ερασμος, μέγας λόγιος της Αναγέννησης, δημοσίευσε στη Βασιλεία τον «Διάλογο περί της ορθής προφοράς του λατινικού και του ελληνικού λόγου». Αμέσως έπειτα, η ευρωπαϊκή λογιοσύνη χωρίστηκε σε ερασμικούς ή ητακιστές (επειδή εκφωνούσαν το φωνήεν η ως ε μακρό) και σε ιωτακιστές (εκφωνούσαν τα η, υ, ει, οι και υι ως ι) ή ροϊχλινιανούς, από το όνομα του Γερμανού φιλολόγου Γιόχαν Ρόιχλιν. Ο «περικλεής Ιωάννης Ραϋχλίνος» υποστήριζε τη (βυζαντινή) προφορά που θεμελιωνόταν στην προφορική παράδοση, όπως άλλωστε και ο οπαδός του Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, στον οποίο ανήκει ο χαρακτηρισμός του Γερμανού ελληνιστή. Με το έργο του «Περί της γνησίας προφοράς της ελληνικής γλώσσης» (Αγία Πετρούπολη, 1830), ο Ελληνας Διαφωτιστής αντέκρουσε τις απόψεις των ερασμικών.

Ο «Διάλογος» του Ερασμου κυκλοφορεί στις εκδόσεις Πατάκη, με εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια του Νίκου Πετρόχειλου (1999), το δε έργο του Οικονόμου στις εκδόσεις Φιλόμυθος, με εισαγωγή και σχόλια της Ρηνιώς Παπατσαρούχα-Μίσσιου (1993). Λίγα λόγια από την εισαγωγή του Πετρόχειλου: «Κανείς βέβαια δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει σοβαρά ότι η νεοελληνική προφορά είναι ίδια με την αρχαία ελληνική, γιατί είναι αναμφισβήτητο ότι όλα τα γλωσσικά στοιχεία, και μάλιστα οι φθόγγοι, υφίστανται, με το πέρασμα του χρόνου, μικρές ή μεγαλύτερες αλλοιώσεις, πράγμα που σημαίνει ότι η νεοελληνική προφορά είναι σε πολλά σημεία ουσιαστικά διαφορετική από την αρχαία».

Μακάρι την πλήρη συνεννόηση του αρχαίου Ελληνα με τον σύγχρονο να την εμπόδιζε μόνο η προφορά. Ας πούμε ότι στην προσπάθειά τους να τα βρουν, τρώγοντας πασατέμπο στην Αρεοπαγίτου και επιστρατεύοντας το πλούσιο ρεπερτόριο των χειρονομιών, περνάει δίπλα τους τρεχάτος ένας σκύλος. «Αργός ο κύων, ω πέπον» αποφαίνεται ο Αρχαίος, έχοντας ίσως υπόψη του τους «αργούς κύνας» της «Οδύσσειας». «Μα τι αργός μού λες, ρε φιλάρα;» απορεί και εξίσταται ο Νέος. «Σαν αστραπή πέρασε. Και τα πεπόνια κομμένα». Δίκιο έχουν και οι δύο. Ο καθείς στον καιρό του. Για μας αργός είναι ο βραδύς. Για τις έννοιές του στην αρχαιότητα παραθέτω από το «Λεξικόν ομηρικόν» του Ι. Πανταζίδη (1888): «αργός 1) λαμπρός, στιλπνός, γυαλιστερός, λευκός 2) ευτράπελος, ευκίνητος, ζωηρός, ταχύς. Κατά τα σχόλια καί τινας των νεωτέρων σημαίνει η λ. τους λευκούς κύνας· αλλ’ η συνάφεια του λόγου αποδεικνύει την σημασίαν ταύτην ημαρτημένην, επειδή πολλάκις ο λόγος είνε περί όλου του γένους των κυνών [άρα δεν μπορεί να είναι λευκά όλα τα σκυλιά]. Η σχέσις των δύω σημασιών στηρίζεται επί της παρατηρήσεως ότι πάσα ταχεία κίνησις πράγματός τινος παράγει στίλβην τινά, λάμψιν, μαρμαρυγήν· ώστε η 2α σημασία [ευκίνητος, ταχύς] είνε η θεμελιώδης και κυρία».

Αργός, λοιπόν, ίσον (κυρίως) γοργός. Εξ ου και το όνομα του πιστού σκύλου του Οδυσσέα, ίσως και της Αργώς (σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία, πήρε το όνομα του Αργου, που την κατασκεύασε). Μ’ αυτά στον νου, οι μεταφραστές του στίχου της «Ιλιάδας» «εννέα δέ σφι κύνες πόδα αργοί έποντο» (Σ 578) δεν διστάζουν: «Κι εννέα σκύλοι φύλακες γοργόποδες τριγύρω» (Ιάκωβος Πολυλάς). «Κι αντάμα εννιά σκυλιά γοργόποδα ξοπίσω τους ακολουθούσαν» (Νίκος Καζαντζάκης – Ι.Θ. Κακριδής). «Εννιά τα ωκύποδα σκυλιά που τους ακολουθούσαν». (Δ.Ν. Μαρωνίτης). Μολαταύτα, στο Διαδίκτυο εντοπίζει κανείς τη διαβεβαίωση από «μελετητή-ερευνητή της “Οδύσσειας”» (έτσι τον χαρακτηρίζει το σχετικό ρεπορτάζ) πως ο Αργος ήταν κρητικό λαγωνικό, και μάλιστα λευκό.

Περίεργο πράγμα τα γλωσσικά γονίδια. Δεν συμφωνούν ούτε στην ερμηνεία μιας και μόνης λέξης. Πώς, λ.χ., χώρεσε λίγο πριν ο Πανταζίδης τον «ευτράπελο», τον αστείο, σε μια οικογένεια με μέλη τον ευκίνητο, τον ζωηρό και τον ταχύ; Να λάθεψε; Οχι. Κάποτε σήμαινε και τον ευκίνητο, τον ζωηρό. Κι ας ηχεί αυτό σχεδόν ευτράπελο στ’ αυτιά μας.