ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα γράμματα της Ανθης

Ελλάδα, 1986-1987, λίγο πριν από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, λίγο πριν από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. «Ακου πιο συγκεκριμένα τα νέα μας. Η Θάλεια παντρεύτηκε τον Τάκη με νυφικά, τούλια, εκκλησίες, επισημότητες. Μετά τον γάμο βρεθήκαμε σε ένα σπίτι με κόσμο, δώρα, χιλιάρικα κ.λπ.». Η Ανθη αλληλογραφεί με τον Χρήστο, ο οποίος βρίσκεται στη Μόσχα για ένα χρόνο. Σπουδάζει. Η Ανθη, νέα γυναίκα, μοιάζει να είναι δημόσιος υπάλληλος, λεπτή, με πρόσωπο αμακιγιάριστο, καπνίζει διαρκώς, μεγαλώνει έναν έφηβο γιο και ένα μικρό κορίτσι υιοθετημένο, φροντίζει τη μητέρα της, τα χρήματα λίγα, τα χρέη πολλά. «Η ζωή εδώ έχει πολλά προβλήματα. Εγώ όμως ψυχραιμία και χαμόγελο, άνεση και πολιτισμός». 

Η «Bella» της Θέλγιας Πετράκη είναι η 24λεπτη μικρού μήκους ταινία που δεν απέσπασε απλώς τον Χρυσό Διόνυσο και άλλα τέσσερα βραβεία στο Διεθνές Φεστιβάλ της Δράμας (ολοκληρώθηκε την περασμένη Κυριακή), άρεσε πολύ στην κριτική επιτροπή και δεν το έκρυψε, επαινέθηκε από όλους (κριτικούς, κοινό, κινηματογραφιστές). 

Δεν είναι σπάνιο επιστολές να γίνονται ταινία, ούτε η αφήγηση της πρωταγωνίστριας (εξαιρετική η Ελενα Τοπαλίδου) να είναι σε voice over, ούτε να εμπλέκεται η μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ (σε εικόνες ειδήσεων και καρτ ποστάλ εποχής). Αρα; Τι κάνει τη δουλειά της 40χρονης Θέλγιας Πετράκη τόσο ξεχωριστή; Τι συγκινεί στην ταινία, εκτός φυσικά από τις κατασκευαστικές αρετές της; Είναι η δήλωση της σκηνοθέτιδος ότι «η 10ετία του ’80 έθεσε τις βάσεις γι’ αυτό που είμαστε σήμερα»; Αναδίδει η ιστορία της «την τρυφερότητα και την ευαισθησία που τόσο μας λείπουν» σε μιαν εποχή που ο κυνισμός υπερχειλίζει και το συναίσθημα συμπιέζεται και στεγνώνει, καθώς δεν βρίσκει χώρο και χρόνο να αναπτυχθεί;

Ας θυμηθούμε μόνο τη μεγάλη και πρωτότυπη έκθεση για τη δεκαετία του ’80 (GR80s) στην Τεχνόπολη πριν από τρία χρόνια, τις συζητήσεις, τις εικόνες, τον απροσδόκητα νοσταλγικό χείμαρρο που είχε προκαλέσει. Εκείνη τη δεκαετία που η κοινωνία ένιωθε πιο ασφαλής, αρχίζοντας να καταναλώνει. Και η Ανθη, που δεν ξέρει πώς να εξοφλήσει τις οφειλές της, κάνει μια, μεγάλη για τα μέτρα της, σπατάλη. Αγοράζει ένα λευκό κοτλέ παντελόνι, έναντι 3.500 δρχ. Γιόρτασε τα σαράντα της χρόνια κερνώντας από έναν μπακλαβά, διαρκώς άφραγκη και με πολλή σκέψη για να τα βγάζει πέρα. Αλλά «της την έδωσε» και πήγε και αγόρασε το παντελόνι. Στους δρόμους διαδηλώσεις, ακούει το «Bella Ciao» από έναν πλανόδιο κιθαρίστα και βουρκώνει, ο Λάκης Λαζόπουλος απαστράπτων, σε επιθεωρησιακό νούμερο, με υπερμεγέθεις βάτες τραγουδά στην τηλεόραση «Σε όποιον αρέσουμε», οι μικρές και στριμωγμένες ζωές στα αθηναϊκά διαμερίσματα φαντασιώνουν. Γράφει η Ανθη στον Χρήστο (Νίκο Κουρή): «…πάντως καταλαβαίνω τις ανησυχίες σου και την απογοήτευσή σου. Τελικά πείθομαι όλο και περισσότερο ότι, δυστυχώς, ούτε εκεί φαίνεται να βρίσκεται το μέλλον της ανθρωπότητας. Ομως κι εδώ τα πάντα σαπίζουν, και πολύ γρήγορα μάλιστα. Σκέφτομαι συχνά πως το μέλλον των παιδιών θα είναι πολύ σκληρό». 
Στα μάτια της Ανθης η χώρα αλλάζει, ο κόσμος αλλάζει και μαζί τους ο Χρήστος μοιάζει να αλλάζει και αυτός… Οι επιστολές δεν είναι επινοημένες. Υπάρχουν· και η σκηνοθέτις τις διάβασε, τις αγάπησε, τις μετέτρεψε σε εικόνα «κοινής λήψεως». Η όχι ασυνήθιστη πορεία αυτού του ζευγαριού αποκτά την ισχύ μιας εξομολόγησης, αθόρυβης, με μικρούς κυματισμούς μέσα στους μεγάλους κλυδωνισμούς της Ιστορίας.

Και πάνω απ’ όλα η γραφή. Τα γράμματα, που μοιάζουν με ημερολόγιο, αλλά δεν είναι γιατί απευθύνονται κάπου· έχουν παραλήπτη, συνένοχο, ακροατή. Το είδος της  επικοινωνίας που σχεδόν έχει χαθεί, έχει υποκατασταθεί από την ηλεκτρονική αλληλογραφία, τα μηνύματα, τις κωδικοποιημένες εκφράσεις, ιδιότυπες «συνομιλίες» ανάμεσα σε «φίλους» και «followers». Δεν ενέχει μομφή η διαπίστωση. Κάθε άλλο. Η γλώσσα αλλάζει, ο τρόπος της εκμυστήρευσης αλλάζει και αυτός. Οι επιστολές που υποκαθιστούσαν τα τηλεφωνήματα, προϋπέθεταν άλλες πειθαρχίες της σκέψης, ξεδιάλεγμα των σημαντικών από τα ασήμαντα (με το κριτήριο του καθενός φυσικά), οικονομία λόγων, ακόμη κι αν ήταν πολυσέλιδες, διαφορετική αξιολόγηση έργων. Τα νέα επιλέγονταν για να μεταφέρουν εικόνες· ήταν, καμιά φορά, σαν ετοιμοπαράδοτα σενάρια.