ΑΠΟΨΕΙΣ

Απέραντη στεναχώρια

Στην ελληνική τηλεοπτική συνδρομητική πλατφόρμα του Cinobo προβάλλεται το ντοκιμαντέρ «Τα κορίτσια της Χρυσής Αυγής» («Golden Dawn Girls», 2017) του Νορβηγού Χάβαρντ Μπούστνες. 

Η ταινία εστιάζει σε τρεις γυναίκες που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι ανακατεμένες με τη Χ.Α. Ο Νορβηγός ντοκιμενταρίστας δεν μας «βάζει» απλώς στα ενδότερα των γραφείων της Χ.Α., στη Μεσογείων (κλειστά πια και διαθέσιμα προς ενοικίαση…), αλλά στα σπίτια των γυναικών και των μελών της οργάνωσης. Η αίσθηση που αναδύεται (και ελάχιστα έχει αυτό να κάνει με το γούστο και την αισθητική) είναι μιας βαθιάς και απέραντης μιζέριας. Μιας στεναχώριας. Μερικές φορές το γελοίο σε κάνει και γελάς. Κάποιες άλλες σε στεναχωρεί. Εδώ ισχύει το δεύτερο. Δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς: μιλάμε για νεοναζισμό, για αντισημιτισμό, για διασπορά μίσους, για λατρεία της βίας.

Τα πάντα είναι στενάχωρα με την κυριολεκτική έννοια της λέξης: στενοί χώροι (και όχι απαραίτητα μικροί λόγω, π.χ., οικονομικής ανέχειας), διότι στενάχωρος, ασφυκτικός και πνιγηρός είναι ο τρόπος σκέψης, η αντίληψη, η κατανόηση του εαυτού και του κόσμου ολόγυρά τους. Κάτι που μας υπενθυμίζει πως ο χρυσαυγιτισμός δεν είναι μόνον ιδεολογία αλλά τρόπος ζωής. Ο χρυσαυγιτισμός είναι μια ζωή που θεμελιώνεται πάνω στην ιδέα του αποκλεισμού, των συνεχών αποκλεισμών, της απόρριψης. Κι όταν σημείο εκκίνησης της ύπαρξής σου είναι η απόρριψη έχεις ήδη, ασυνείδητα ή υποσυνείδητα, απορρίψει πρώτον απ’ όλους τον εαυτό σου. Οταν μισείς τόσο πολύ τον άλλο, μισείς τον εαυτό σου. Δεν είναι η λογική του περιθωρίου. Είναι το περιθώριο της λογικής. Και δεν είναι απλώς λατρεία της καταστροφής μόνον μα και της αυτοκαταστροφής.

Στις πρώτες της θορυβώδεις εμφανίσεις της Χ.Α., ο καλός δημοσιογράφος, συγγραφέας και φίλος Ευάγγελος Αρεταίος είχε αποπειραθεί να μπει στα γραφεία της Χ.Α., για ρεπορτάζ. Δεν τον άφησαν να μείνει πολύ. Αυτό που πρόλαβε να δει, και τον σόκαρε, ήταν οι πολλές και φανατισμένες νέες γυναίκες.  

Κρίνοντας από το ντοκιμαντέρ, ο φανατισμός είναι όντως έκδηλος. Οπως επίσης και η θρασυδειλία: στη σχετική ερώτηση του Νορβηγού αν θαυμάζουν τους ναζί, «πετούν την μπάλα στην εξέδρα». Αλήθεια, αφού το πράγμα «φωνάζει» γιατί κρύβονται πίσω από το δάκτυλό τους; 

Το πιθανότερο είναι ότι δεν το παραδέχονται για να προσελκύσουν ψηφοφόρους που ναι μεν δεν συμπαθούν τον ναζισμό αλλά έχουν ταλαιπωρηθεί από την οικονομική κρίση και φοβούνται τους πρόσφυγες. Υποπίπτουν δηλαδή στην ίδια υποκρισία για την οποία κατηγορούν τους «αλήτες προδότες πολιτικούς» (σύνθημα της Χ.Α.). Με άλλα λόγια, είναι και αυτοί φτηνοί πολιτικάντηδες – αλλά, βέβαια, τα χέρια τους είναι λερωμένα με αίμα.

Η επίγευση, αυτό που απομένει, είναι μια απέραντη στεναχώρια. Για τις ζωές που χάθηκαν, για τις ζωές που καταστράφηκαν, για το μίσος που έσπειραν, για την ανοχή που επιδείξαμε όλοι, για όλη αυτή την αδιανόητη στενομυαλιά και, εντέλει, την ασύλληπτη ανοησία.