ΑΠΟΨΕΙΣ

Μαρία Λεπενιώτη: Αλληγορίες

maria-lepenioti-alligories0Η δίκη αυτή είχε βαριά πολιτική σημασία, επειδή δεν αφέθηκε να γίνει πολιτική. Επειδή το δικαστήριο που διηύθυνε η Μαρία Λεπενιώτη περιφρούρησε με δικονομική αυστηρότητα τη διαδικασία. Δεν ήταν αυτονόητο. Αντιθέτως. Υπήρχε κίνδυνος να μετατραπεί η δίκη σε πολιτικό τσίρκο. Το προσπάθησαν οι κατηγορούμενοι, με τα τάγματα κλακαδόρων τους στο ακροατήριο και με την τακτική της αυτοθυματοποίησής τους, ως δήθεν διωκόμενων ιδεολόγων. Το προσπάθησαν και άλλοι παράγοντες, που μπήκαν στον πειρασμό να δουν το δικαστήριο σαν πλατφόρμα του αντιφασισμού τους.
 
Η βουβή επιτυχία της έδρας ήταν ότι κατάφερε να αντιμετωπίσει ποινικά μια εγκληματική οργάνωση χωρίς να δείξει ότι υπολογίζει το πολιτικό της καμουφλάζ. Και το κατάφερε σε εποχές που το καμουφλάζ 
διατηρούσε άλλοθι λαϊκού ερείσματος.
 
Οι δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων προσμετρούνται έτσι στους λειτουργούς εκείνους που απέδειξαν στην κρίση την αντοχή των θεσμών. Η αντοχή, ιδίως της Δικαιοσύνης, δοκιμάστηκε όχι μόνον από τις εισπηδήσεις πολιτικών παραγόντων, αλλά και από πιέσεις εσωτερικές. Δεν είναι άσχετο ότι δύο από τους εισαγγελείς που τώρα εγκωμιάζονται για τον χειρισμό της Χρυσής Αυγής –η Κουτζαμάνη και ο Ντογιάκος– είχαν αντιμετωπίσει παραθεσμικό bullying, μέχρι και πειθαρχικές διώξεις. 
 
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αστάθειας και καχυποψίας, συντελέστηκε η ποινική αποδόμηση του νεοναζιστικού φαινομένου. Δεν ξέρουμε ακόμη το σκεπτικό του δικαστηρίου. Αλλά μπορεί κανείς να είναι βέβαιος ότι οι ιστορικοί θα ανατρέχουν στο σκεπτικό και στα πρακτικά της δίκης για να ορίσουν το είδος της οργανωμένης βίας που καταχράται τις δημοκρατικές ελευθερίες για να ανατρέψει τη Δημοκρατία.
 
Αυτό το σύνθετο επίτευγμα μειώνει η εύκολη φιλολογία των τελευταίων ημερών, που πιάνεται από την ετυμηγορία για να διεκτραγωδήσει τους πολλούς «φασισμούς» που επιβιώνουν στην κοινωνία μετά τη δίκη. Η καταδικασθείσα ναζιστική μιλίτσια –ο τρόπος που παροχέτευσε προϋπάρχουσες δοξασίες και μνησικακίες σε οργανωμένο έγκλημα– συγκρίνεται, έτσι, με την Ακροδεξιά ή και άλλες ατομικές αυθαιρεσίες της καθημερινότητας.
 
Οι συγκρίσεις αυτές θυμίζουν την αντιμνημονιακή ρητορική που συνέχεε σκόπιμα την πραγματική, αιματηρή βία με μια συνθηματολογική αλληγορία περί «βίας». «Τα μνημόνια δεν είναι βία;» ρωτούσαν τότε. Ετσι και τώρα, όποιος –όπως ο εκπρόσωπος της αξιωματικής αντιπολίτευσης– μιλάει για «κοινωνικό χρυσαυγιτισμό», καταλήγει να σχετικοποιεί τον χρυσαυγιτισμό χωρίς εισαγωγικά, παρουσιάζοντάς τον σαν τετριμμένη αντικανονική συμπεριφορά.
 
Η Χρυσή Αυγή δεν ήταν ούτε σκέτη Ακροδεξιά· ούτε απλώς μια μαύρη εκδοχή λαϊκισμού· ούτε ένας λίγο πιο τοξικός ταμιευτήρας υπερχειλούς κοινωνικής αγανάκτησης. Ηταν αυτό που είπε το δικαστήριο. Μοναδικό εγκληματικό φαινόμενο. Μοναδικά αποτρόπαιο στην ιστορία της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.