ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιούρι Ορλόφ: παρεμπιπτόντως, ακτιβιστής

Γιούρι Ορλόφ: παρεμπιπτόντως, ακτιβιστής-1Στις 26 Σεπτεμβρίου πέθανε στο Ιθακα της πολιτείας της Νέας Υόρκης, σε ηλικία 96 ετών, ο Γιούρι Ορλόφ, καθηγητής της Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, ειδικός στην επιτάχυνση σωματιδίων, αλλά και μία από τις πιο σημαντικές μορφές του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ.

Ο Γιούρι Φιόντοροβιτς Ορλόφ γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1924 στο Χραπούνοβο, ένα χωριό κοντά στη Μόσχα. Ο πατέρας του, αρχικά οδηγός φορτηγού και εν συνεχεία μηχανικός αεροσκαφών, πέθανε από φυματίωση στα 33 του. Ο Γιούρι ήταν μόλις 9 ετών. Δούλεψε από μικρός σε εργοστάσιο και υπηρέτησε στον Κόκκινο Στρατό από το 1944 έως το 1946 ως αξιωματικός του πυροβολικού.

Το 1952 αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Μόσχας και ξεκίνησε το μεταπτυχιακό του στο Ινστιτούτο Θεωρητικής και Πειραματικής Φυσικής, όπου και εργάστηκε έως το 1956.

Τον Μάρτιο του 1956, λίγο μετά τη «μυστική ομιλία» του Χρουστσόφ με την οποία άρχισε η «αποσταλινοποίηση», ο Ορλόφ μίλησε με ενθουσιασμό στην κομματική οργάνωση του Ινστιτούτου για «δημοκρατία στη βάση του σοσιαλισμού». Η τοποθέτησή του του στοίχισε τη διαγραφή του από το Κόμμα και την αποβολή του από το Ινστιτούτο. Ο Ορλόφ εγκαταστάθηκε στο Ερεβάν της Αρμενίας, όπου έζησε και εργάστηκε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Το 1963 ολοκλήρωσε τη διατριβή του στην επιτάχυνση σωματιδίων και από το 1968 έγινε αντεπιστέλλον μέλος της Αρμενικής Ακαδημίας Επιστημών. Την ίδια περίπου εποχή αρχίζει και η ενεργός συμμετοχή του στο κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Το 1973, οπότε πλέον έχει επιστρέψει στη Μόσχα, χάνει τη δουλειά του επειδή έγινε μέλος της Διεθνούς Αμνηστίας. Την ίδια χρονιά, όταν εκδηλώνεται από την «Πράβντα» η επίθεση προς τον Αντρέι Ζαχάροφ και αρκετοί επιστήμονες ζητούν την αποπομπή του και την καταδίκη του, ο Ορλόφ αποφασίζει να τον υποστηρίξει δημοσίως και κυκλοφορεί σε σαμιζντάτ ένα κείμενο με τίτλο «13 ερωτήσεις προς τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ» (16 Σεπτεμβρίου 1973), όπου υπογραμμίζει ως άμεση προτεραιότητα για τη μεταρρύθμιση του σοβιετικού κράτους την ανάγκη για ελευθερία του Τύπου, την ελευθερία έκφρασης, την ελευθερία στη «διακίνηση της πληροφορίας».

Τον χειμώνα του 1992-93, στο Τορόντο, σε συνέντευξή του στη Μέτα Σπένσερ και στον Ερικ Φόσετ, θυμόταν τη σημασία που είχαν για το αντικαθεστωτικό κίνημα στην ΕΣΣΔ τα σαμιζντάτ, δηλαδή οι παράνομες αυτοσχέδιες χειροποίητες εκδόσεις ενημερωτικών, πολιτικών, ιδεολογικών ή και λογοτεχνικών κειμένων: «Πολύ σημαντικά στοιχεία ήταν η πληροφορία, η γνώση. Αναπτύξαμε ένα τεράστιο δίκτυο σαμιζντάτ. Τώρα, εδώ, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς και έπαιξαν τόσο τεράστιο ρόλο τα σαμιζντάτ, αλλά στη Ρωσία, με δεδομένη την κατάλυση της ελευθερίας του Τύπου, η κάθε λέξη είναι χρυσός. Εχουμε εξάλλου και τα (πολιτικά) ανέκδοτα. Θυμάμαι κάποτε μια ηλικιωμένη γυναίκα που κάθισε και δακτυλογράφησε ολόκληρο το “Πόλεμος και ειρήνη”. Ο γιος μου ακόμη δεν μπορεί να διαβάσει τον Τολστόι παρά μόνο σε δακτυλόγραφο».

Η σημαντικότερη συνεισφορά του στο αντικαθεστωτικό κίνημα στην ΕΣΣΔ ήταν η ίδρυση, μαζί με τη Λιουντμίλα Αλεξέγιεβα του «Μοσχοβίτικου Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι», το 1976. Στον Ορλόφ οφείλεται η πρωτοφανής ιδέα ότι οι ίδιοι οι πολίτες μπορούν οργανωμένα να παρακολουθούν τη συμμόρφωση ή μη του καθεστώτος της χώρας τους με τη διεθνή συμφωνία του Ελσίνκι για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την οποία η ΕΣΣΔ είχε συνυπογράψει με άλλες 34 χώρες το 1975. Ο Ορλόφ συνελήφθη λίγους μήνες αργότερα, δικάστηκε σε δίκη-παρωδία και καταδικάστηκε επτά χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης (Περμ 35 και Περμ 37) και εν συνεχεία πέντε χρόνια εξορία στη Σιβηρία. Φωτογραφία του από την εξορία, η οποία έφτασε στη Δύση στις αρχές της δεκαετίας του 1980, έδειχνε έναν άνθρωπο αγνώριστο, γερασμένο και με κάτασπρα μαλλιά.

Ξαφνικά, μια μέρα στις αρχές του Οκτωβρίου του 1986, στο σπιτάκι του Ορλόφ στο Κομπιάι της περιφέρειας Γιακούτσκ στη Σιβηρία, εμφανίστηκαν πράκτορες της Κα Γκε Μπε, τον πήραν σχεδόν σηκωτό, τον πήγαν στη Μόσχα όπου του ανακοινώθηκε ότι του αφαιρείται η σοβιετική ιθαγένεια και τον έβαλαν σε ένα αεροπλάνο. Στο ίδιο αεροπλάνο επιβιβάστηκε η γυναίκα του Ιρίνα, η οποία επίσης ειδοποιήθηκε τελευταία στιγμή. Προτού καλά καλά καταλάβει ο Ορλόφ ότι ο Γκορμπατσόφ και o Ρέιγκαν, παραμονές της συνάντησης στο Ρέικιαβικ (11-12/10/1986), είχαν συμφωνήσει να τον ανταλλάξουν, αυτόν και τον δημοσιογράφο Ντανίλοφ, με έναν σοβιετικό κατάσκοπο ονόματι Γκενάντι Ζαχάροφ, βρέθηκε στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης. Η πόρτα του αεροπλάνου άνοιξε και έξω περίμεναν δημοσιογράφοι, κάμερες, διπλωμάτες, πανεπιστημιακοί, ακτιβιστές και εξόριστοι Σοβιετικοί. Ο Ορλόφ δεν ήξερε αγγλικά και ντρεπόταν ακόμη και να χαμογελάσει, γιατί στο στρατόπεδο εργασίας είχαν χαλάσει όλα του τα δόντια.

Πολύ σύντομα ξεπέρασε το σοκ της αλλαγής, την οποία εξάλλου δεν επιθυμούσε· η δική του ελπίδα ήταν να απελευθερωθεί από τη Σιβηρία και να επιστρέψει στη Μόσχα. Συνέχισε να δραστηριοποιείται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κυρίως στην ΕΣΣΔ, αλλά όχι μόνο: «Αγωνίζομαι για τους δεξιούς σε αριστερές φυλακές και για τους αριστερούς σε δεξιές φυλακές», είπε χαριτολογώντας, σε συνέντευξη στο πλαίσιο της καμπάνιας του για τον Νέλσον Μαντέλα. Παράλληλα, άρχισε να εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, όπου και παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του, με εξαίρεση δύο χρόνια στο CERN (1988-1989). Το 1993 πήρε την αμερικανική ιθαγένεια.

Από τη στιγμή που έφτασε στη Δύση (1986), έγραψε μόνος ή με συναδέλφους του πάνω από διακόσιες επιστημονικές εργασίες, στα δύο πεδία που τον ενδιέφεραν: την επιτάχυνση σωματιδίων και την κβαντομηχανική. Εχει ένα ενδιαφέρον αυτή η παραγωγή, πέρα από το καθαρά επιστημονικό: η επιστημονική ιδιότητα του Ορλόφ φωτίζει και τεκμηριώνει την άλλη, αυτήν του αγωνιστή για τα δικαιώματα. «Αφού δηλώνετε κεντροαριστερός σοσιαλδημοκράτης», τον ρώτησε ο Σεργκέι Κόρζουν το 2011, σε συνέντευξη στο ράδιο Ηχώ της Μόσχας, «γιατί παραμείνατε στις ΗΠΑ και δεν εγκατασταθήκατε, π.χ., στη Νορβηγία, που θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι ό,τι πλησιέστερο σε σοσιαλδημοκρατικό παράδεισο;». Ο Ορλόφ απάντησε χωρίς να διστάσει: «Εξαιτίας της άλλης μου μεγάλης αγάπης, της πρώτης δηλαδή, που ήταν και είναι η Φυσική. Είμαι επιστήμονας. Αυτό ήθελα να κάνω. Παρεμπιπτόντως, έγινα ακτιβιστής».
 
* Ο κ. Γιώργος Τσακνιάς είναι ιστορικός.