ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

Ο αδρανής Αλέξης Τσίπρας ονειρεύεται τη συγκυρία που θα τον ξανακάνει επίκαιρο.

Ο μεγάλος απών

Τον τελευταίο χρόνο ο Αλέξης Τσίπρας πάσχει από βαριά σύγχυση. Νομίζει ότι το πρόβλημά του είναι η εκλογική του ήττα και μοιάζει να μην έχει συνέλθει από αυτήν. Κυρίως όμως, απουσιάζει. Ανήμπορος να διεκδικήσει ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα, έχει εκχωρήσει ανεπισήμως τον ρόλο του σε συγγενείς και φίλους, αφήνοντας την αντιπολίτευση να γίνεται μέσω κοινωνικών δικτύων και σε επίπεδο ακάλυπτου πολυκατοικίας.

Ανασφάλειες και κόνξες

Φαινόμενα όπως η κόντρα με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο ή η διαγραφή του Σταύρου Κοντονή, πλαισιωμένα από τη μικροπρεπή παραφιλολογία που συμπληρώνει συνήθως τους καβγάδες ανταγωνιστών οι οποίοι προσποιoύνται τους συντρόφους, είναι διαφωτιστικά σε διάφορα επίπεδα. Κατ’ αρχάς, περιγράφουν με σπαρταριστό τρόπο τη γνησιότητα της αριστερής συντροφικότητας. Οχι ότι δεν το γνωρίζαμε, αλλά είναι καλό πού και πού να αποκαλύπτεται κατευθείαν από την πηγή ότι το είδος της συντροφικότητας που βασίζεται σε αυστηρά δόγματα και ντιρεκτίβες δεν αντιπροσωπεύει υψηλά ιδανικά και σεπτά οράματα. Σε στυγνά πολιτικά συμφέροντα αντιστοιχεί, που καλύπτουν τη χρησιμοθηρία τους με ψευδεπίγραφα ηθικά πλεονεκτήματα. Ακόμα, η επιθετικότητα του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σε όσους συντρόφους τολμούν να εκφράσουν προσωπική άποψη προκαλεί σκέψεις για τη δημοκρατικότητα της κομματικής γραμμής. Οποιος θεωρεί ότι η πρακτική εφαρμογή της Προοδευτικής Συμμαχίας συνεπάγεται τακτικές πειθάρχησης και επιβολής ομοιομορφίας καλό θα ήταν να μην περιμένει αξιόλογους συμμάχους στο άμεσο μέλλον. Βέβαια, για τους ανθρώπους που συγκυβέρνησαν με τον Πάνο Καμμένο, οι απαιτήσεις δεν μπορεί παρά να είναι εξαιρετικά χαμηλές σ’ αυτόν τον τομέα.

Ο αντιφασισμός ως εργαλείο

Το πρόσφατο εξώφυλλο της «Αυγής», που παραλλήλιζε εμμέσως Μητσοτάκη και Σαμαρά με ναζί, ήταν μια απρεπής απόπειρα του ΣΥΡΙΖΑ να καβαλήσει διά του κομματικού του οργάνου το μαζικό κύμα ομοθυμίας εναντίον των καταδικασθέντων χρυσαυγιτών, με την ελπίδα να επιφέρει παρεμπιπτόντως μια κάποια βλάβη στους πολιτικούς του αντιπάλους. Τώρα που βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντε-έξι, δηλαδή, κατά τη λογική του ματαίως εργαλειοποιημένου σκανδάλου Novartis. Αντί όμως για το εννοιολογικό τσουβάλιασμα και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, που με ζήλο αλλά χωρίς αποτέλεσμα επιχειρήθηκε με αυτό το μικρονοϊκό τέχνασμα της δόλιας ισοπέδωσης, δυστυχώς για τον ΣΥΡΙΖΑ συνέβη κάτι άλλο: το υπαρξιακό του δράμα εκτέθηκε πιο άκομψα από ποτέ. Ενα κόμμα που προσπαθεί να υπάρξει μόνο μέσα από την κακοήθεια, έρμαιο του μάρκετινγκ της κακιάς ώρας και της νοσηρής επικαιρότητας, δεν είναι ένα κόμμα ευτυχισμένο. Και σίγουρα δεν είναι ένα κόμμα με σχέδιο. Είναι ο φτωχός συγγενής που αρπάζει όποια ευκαιρία βρεθεί στον δρόμο του για ελάχιστο κέρδος, εκμεταλλεύεται ανθρώπους και καταστάσεις για λίγη προσοχή και πασχίζει να μείνει σε ένα τραπέζι από το οποίο τον διώχνουν συνεχώς όλοι.

Μια υπόθεση ψυχαναλυτική

Oλα αυτά συναρθρώνονται σε ένα βασικό πρόβλημα: την έλλειψη ταυτότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ γενικώς και ο Αλέξης Τσίπρας προσωπικά αποτελούν ένα συνονθύλευμα ιδεολογικών αναφορών και ονείρων, που ύστερα από τόσα χρόνια δεν έχουν καταφέρει ακόμα να συναντηθούν σε ένα συνεκτικό σημείο ρεαλισμού, αυτογνωσίας και σταθερότητας. Δεν ξέρουν πού πατάνε και τι ακριβώς εκπροσωπούν, δεν σχεδιάζουν κάτι, δεν μελετούν τίποτα, δεν οραματίζονται το μέλλον. Ζουν για να ανασυνθέτουν το παρελθόν και να καταστρώνουν ευτελείς μικροστρατηγικές επιθέσεις. Δεν θέτουν στόχους επ’ αγαθώ της κοινωνίας, εργάζονται μόνο για την πολιτική τους επιβίωση εν στενή εννοία. Ενώ ο κόσμος εξελίσσεται με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, οι τεχνολογίες σαρώνουν την κοινωνική πραγματικότητα, προσφέροντας διαρκώς νέες δυνατότητες, και το στοίχημα κάθε δημιουργικής δύναμης, πολιτικής ή μη, βρίσκεται στο πώς θα εξασφαλίσει μια καλή θέση στο αύριο, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν έχει να προτείνει τίποτα σε σχέση με αυτό. Βρίσκεται εκτός πραγματικότητας ή, καλύτερα, η πραγματικότητα δεν της τραβάει το ενδιαφέρον.

Η αριστερή πάθηση

Η αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην πρόοδο έχει να κάνει με την ευρύτερη σχέση της σύγχρονης Αριστεράς με την κοινωνία. Η Αριστερά κόπτεται για τον λαό, αλλά δεν τον συμπαθεί ιδιαιτέρως. Κατειλημμένη από την πολιτική εκδοχή του συνδρόμου Μινχάουζεν διά αντιπροσώπου, της διαταραχής εκείνης κατά την οποία ο φροντιστής προκαλεί τεχνητές ασθένειες στον φροντιζόμενο, φαίνεται να νοιάζεται για τον άνθρωπο μόνο εφόσον τον καταστήσει πρώτα παντελώς ανήμπορο. Οι πολίτες δεν εμπνέουν, λοιπόν, στον ΣΥΡΙΖΑ την όρεξη να ασχοληθεί μαζί τους δημιουργικά. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε κόπο, τεχνογνωσία, ανθρώπινο δυναμικό. Κι αυτά, ως γνωστόν, δεν τα βρίσκει κανείς στον βόρβορο των κομματικών φυτωρίων. Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ προτιμά τους πολίτες ασθενείς κι ενδεείς, ώστε να υποδύεται τον σωτήρα τους υποσχόμενος τον παράδεισο, με τη στομφώδη θεατρικότητα που τόσο αγαπάει. Γιατί μόνο αυτό ξέρει να κάνει.

Κάποιος τεμπελιάζει

Στο μεταξύ, όμως, η χώρα χρειάζεται αντιπολίτευση. Η κυβέρνηση πρέπει από κάποιον να ελέγχεται και οι ιδέες της πρέπει από κάποιον να αμφισβητούνται εποικοδομητικά και με αντιπροτάσεις. Αυτή δεν είναι δουλειά των πολιτών, όσο κι αν τους αρέσει να παίζουν τους θεούς στα κοινωνικά δίκτυα. Στο τέλος της ημέρας, κάποιοι πληρώνονται για να δουλεύουν υπέρ μας, αλλά αυτό φαίνεται πως είναι το τελευταίο που τους απασχολεί. Ωρα λοιπόν ο Αλέξης Τσίπρας να καταλάβει πως, όσο κι αν κουράστηκε κατά τη διάρκεια της αξέχαστης πρωθυπουργικής του θητείας, και η αντιπολίτευση δουλειά είναι. Και πρέπει να την κάνει.