ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ και η Ελλάδα των λύσεων

Κάποτε, στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, η Ελλάδα αποτελούσε μέρος προβλημάτων.

Η διεθνής κοινότητα δεν εστίαζε απαραίτητα στο ποιος ευθυνόταν για αυτά. Εβλεπε μια πραγματικότητα όπου η χώρα μας είχε διενέξεις, άλλες μικρότερες, άλλες μεγαλύτερες, με όλους σχεδόν τους γείτονές της.

Θυμάμαι μια συζήτηση, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90, με τον τότε βοηθό υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, που ήταν αρμόδιος για την Ευρώπη.

Ηταν την εποχή του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας, και η κουβέντα κατέληξε στην αντίθεση της Ελλάδας στη νατοϊκή επιχείρηση.

Γνωστός για τις ισχυρές απόψεις και την ευθύτητα, αν όχι ωμότητα, με την οποία τις εξέφραζε, και αφού μίλησε για κατανόηση στους δεσμούς φιλίας με τον σερβικό λαό και στις κοινές αναφορές στην Ορθοδοξία, επέκρινε τη στάση των Ελλήνων.

Μάταια προσπαθούσα να υπογραμμίσω τον σημαντικό ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας και ειρήνης στα Βαλκάνια ως απόρροια του δημοκρατικού της πολιτεύματος, της οικονομικής της ισχύος, και της ισότιμης συμμετοχής της σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ.

Δεν θυμάμαι ακριβώς τα λόγια του, αλλά μου είχε πει περίπου τα εξής: «Ολο για ρόλο της Ελλάδας μου μιλάς, αλλά εγώ βλέπω ότι με όποιον συνορεύετε έχετε προβλήματα. Και μη μου πεις για την Τουρκία, που το καταλαβαίνω. Γιατί δεν είναι μόνον η Τουρκία. Εχετε και με τα Σκόπια το όνομα, όπου χρειάσθηκε να παρέμβω. Εχετε και με την Αλβανία όπου ακόμη και για την απελευθέρωση των πέντε της Ομόνοιας –τα ηγετικά στελέχη της ελληνικής ομογενειακής οργάνωσης Ομόνοια που είχαν συλληφθεί με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας– μου ζητήσατε να παρέμβω. Και το έκανα. Το θέμα είναι ότι έχετε με όλους προβλήματα».

Μήπως, λοιπόν, το πρόβλημα δεν ήταν όλοι οι άλλοι; Μήπως φταίγαμε εμείς;

Ακόμη και αν πιστεύαμε στο δίκιο μας, στα μάτια ενός κορυφαίου Αμερικανού διπλωμάτη που χειριζόταν την περιοχή μας και τον χρειαζόμασταν, ήμασταν μέρος των προβλημάτων.

Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Η Ελλάδα αποδεικνύει έμπρακτα ότι είναι μέρος των λύσεων.

Λύσαμε το πρόβλημα με τη Βόρεια Μακεδονία. Δεν υπεισέρχομαι στα εσωτερικά μας –δεν ενδιαφέρουν και δεν αφορούν τους ξένους– αλλά η Ελλάδα ως χώρα έκλεισε μια εκκρεμότητα δεκαετιών. Μια κυβέρνηση υπέγραψε τη συμφωνία, μια άλλη τη σέβεται και την εφαρμόζει.

Με τη φίλη και εταίρο μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, Ιταλία, καταλήξαμε σε συμφωνία οριοθέτησης της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, επιδεικνύοντας μια ευελιξία που απλά επιβεβαιώνει ότι το υπέρτατο ζητούμενο για εμάς είναι η διασφάλιση σχέσεων καλής γειτονίας, με πυξίδα πάντα το διεθνές δίκαιο. Αν αυτό διευκολύνεται από συγκεκριμένες κινήσεις, είμαστε διατεθειμένοι να τις κάνουμε.

Προχωρήσαμε σε μια έστω και μερική, συμφωνία οριοθέτησης με την Αίγυπτο, επιδεικνύοντας και πάλι ευελιξία. Παρά τις αντιδράσεις στο εσωτερικό –πολλές εξ αυτών καλόπιστες και όχι αβάσιμες, προερχόμενες από όλο το ιδεολογικό φάσμα– η Ελλάδα ως χώρα έδειξε και εδώ ότι επιδιώκει καλόπιστα την εξεύρεση λύσεων.

Τώρα, μετά τη Βόρεια Μακεδονία, την Ιταλία και την Αίγυπτο, ήρθε και η Αλβανία. Μόλις πριν από δύο ημέρες, κατά την επίσκεψη του Ελληνα υπουργού Εξωτερικών στα Τίρανα, προέκυψε άλλη μια επιβεβαίωση της τακτικής αυτής για την ειρηνική αναζήτηση λύσεων, που αποκτά χαρακτηριστικά εθνικής στρατηγικής.

Ελλάδα και Αλβανία ανακοίνωσαν ότι θα προσφύγουν από κοινού στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την οριοθέτηση της ΑΟΖ.

Η συγκεκριμένη συμφωνία, και μάλιστα σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία, επετεύχθη με τον πρωθυπουργό Εντι Ράμα, τον άνθρωπο που πρωτοστάτησε στην υπονόμευση της διμερούς συμφωνίας που είχε υπογραφεί το 2009.

Στο παρελθόν, κάποιοι στην Ουάσιγκτον και σε άλλες σημαντικές πρωτεύουσες άμεσα ή έμμεσα επέκριναν την «ελληνική ιδιαιτερότητα».

Σήμερα, η Ελλάδα αποδεικνύει με έργα και πράξεις τον θετικό ρόλο που διαδραματίζει.

Χωρίς να παραχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα, δεν δημιουργεί εντάσεις και προβλήματα, επιζητεί τον έντιμο διάλογο, διαπραγματεύεται στη βάση διεθνών συνθηκών, και συμβάλλει στην επίτευξη λύσεων. Κανείς δεν μπορεί να έχει την οποιαδήποτε αμφιβολία επ’ αυτού.