ΑΠΟΨΕΙΣ

Δέκα σημεία που κρίνουν τις αμερικανικές εκλογές

Πολίτες στη σειρά έξω από εκλογικό τμήμα, καθώς η διαδικασία της ψηφοφορίας έχει ήδη αρχίσει στο Λάργκο της Φλόριντα. (Φωτ. REUTERS)

Εάν εμπιστεύεστε τις δημοσκοπήσεις, οι προσεχείς αμερικανικές εκλογές έχουν σίγουρο νικητή, τον Τζο Μπάιντεν, και μάλλον δεν χρειάζεται να διαβάσετε παρακάτω. Αλλά εάν είστε κάπως δύσπιστοι, ιδίως για προβλέψεις σε πολωμένες αναμετρήσεις όπως ήταν το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015 ή το αγγλικό του 2016, τότε μάλλον θα πρέπει να λάβετε υπ’ όψιν τα σημεία που θα κρίνουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Παραθέτω μία λίστα με δέκα τέτοια σημεία που θεωρώ τα σημαντικότερα, καθένα με μια σύντομη επεξήγηση.

1. Το αμερικανικό εκλογικό σύστημα. Η ιδιομορφία του έγκειται το ότι δεν βασίζεται στην αρχή της λαϊκής πλειοψηφίας. Τις εκλογές κερδίζει εκείνο το κόμμα που θα εξασφαλίσει την ψήφο 270 (από ένα σύνολο 538) πολιτειακών εκλεκτόρων. Με δεδομένο ότι ο αριθμός των εκλεκτόρων κάθε πολιτείας εξαρτάται από το μέγεθος του πληθυσμού της, οι εκλογικοί αντίπαλοι επιδιώκουν να κερδίσουν, όχι απλώς την πλειοψηφία της εθνικής ψήφου, αλλά την πλειοψηφία σε συγκεκριμένες πολιτείες που διαθέτουν πολλούς εκλέκτορες και αμφίρροπο εκλογικό σώμα.

2. Το πλεονέκτημα της εξουσίας. Οπως στο ποδόσφαιρο, στο οποίο η έδρα μετράει, έτσι και στις εκλογές το κόμμα που ήδη βρίσκεται την εξουσία έχει πλεονέκτημα. Ο σημερινός πρόεδρος εκμεταλλεύεται αυτό το πλεονέκτημα με πολλούς τρόπους, από χαριστικές εκτελεστικές πράξεις προς κρίσιμες ομάδες ψηφοφόρων (όπως είναι οι επιδοτήσεις στους αγρότες της Αϊόβα ή η κρατική βοήθεια στους πληγέντες των τυφώνων στο Πουέρτο Ρίκο) έως τον διορισμό ιδεολογικών και πολιτικών φίλων σε κομβικές θέσεις (όπως εκείνες του διευθυντή των αμερικανικών ταχυδρομείων ή των τριών ήδη υπερσυντηρητικών δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο).

3. Οι κομματικές οργανώσεις. Το ερώτημα εδώ είναι σε ποιον βαθμό τα δύο κόμματα θα πάνε στις εκλογές μαζικά και συντεταγμένα κάτω από την ηγεσία των αρχηγών τους. Μέχρι στιγμής, οι Ρεπουμπλικανοί παραμένουν πιστοί στον ηγέτη τους, αλλά αρκετοί γερουσιαστές μπορεί να διαφοροποιήσουν τη στάση τους λίγο πριν από τις εκλογές αν οι δημοσκοπήσεις συνεχίσουν να είναι αρνητικές για το κόμμα τους. Επίσης, μέχρι στιγμής, οι ιδεολογικές πτέρυγες των Δημοκρατικών δείχνουν αποφασισμένες να ψηφίσουν υπέρ του κοινού δικού τους υποψηφίου, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε τι συνέβη το 2016: ένας από τους κύριους λόγους της ήττας ήταν ότι πολλοί Δημοκρατικοί αρνήθηκαν να στηρίξουν την Κλίντον.

4. Η προσωπικότητα των υποψηφίων. Αυτός είναι πάντα καθοριστικός παράγοντας ιδίως εφόσον πρόκειται για προεδρικές εκλογές. Αυτή τη φορά γίνεται ακόμη σημαντικότερος επειδή οι δύο υποψήφιοι παρουσιάζουν διαμετρικά αντίθετες προσωπικότητες. Ο ένας είναι εγωπαθής, απρεπής, εριστικός, χωρίς κοινωνική ενσυναίσθηση, αλλά επίσης θεωρείται πιο δυναμικός και με καλύτερη επικοινωνιακή ικανότητα από τον αντίπαλό του. Ο άλλος είναι πολιτικά μετριοπαθής, ευγενής και προσιτός, με απροσποίητο ενδιαφέρον για τον απλό πολίτη. Κάθε προσωπικότητα ελκύει ψηφοφόρους με ιδιαίτερα ψυχολογικά χαρακτηριστικά, κι έτσι σύντομα θα μάθουμε τι είδους ηγέτη αποζητεί ο σημερινός μέσος Αμερικανός.

5. Η πολιτική πόλωση. Εδώ υπάρχουν δύο αλληλένδετα στοιχεία που έχουν σημασία. Πρώτον, οι επικείμενες εκλογές θα είναι οι πλέον πολωμένες της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας, αφού η μεν κοινωνία είναι διαιρεμένη σε δύο σφόδρα αντίπαλα στρατόπεδα, το δε μετριοπαθές πολιτικό κέντρο έχει εξαφανιστεί. Δεύτερον, ακριβώς επειδή αυξάνει τη συσπείρωση στο εσωτερικό τους και την εχθρότητα προς τον αντίπαλο, η πόλωση ευνοεί περισσότερο τα λαϊκιστικά κόμματα, όπως είναι οι Ρεπουμπλικανοί, και λιγότερο τα φιλελεύθερα και περισσότερο ενωτικά, όπως είναι οι Δημοκρατικοί.

6. Η πολιτική συγκυρία. Αυτή σημαδεύτηκε από δύο εξελίξεις, τον κορωνοϊό και τη ρατσιστική βία, που σε μεγάλο βαθμό καθόρισαν την τακτική των εκλογικών αντιπάλων. Το ένα στρατόπεδο, επενδύοντας κυρίως στον φόβο των λευκών ψηφοφόρων, υποσχέθηκε να αποκαταστήσει τον νόμο και την τάξη που θεωρεί ότι διασαλεύτηκαν από διαδηλώσεις και λεηλασίες σε πολλές πόλεις της Αμερικής μετά τα επεισόδια αστυνομικής βίας εις βάρος μαύρων πολιτών. Το αντίπαλο στρατόπεδο επέλεξε να επενδύσει στην καταστροφική διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση που ήδη έχει αφήσει πίσω της πάνω από 200.000 νεκρούς.

7. Η κατάσταση της οικονομίας. Πριν από την πανδημία, η αμερικανική οικονομία παρουσίαζε εντυπωσιακή μείωση της ανεργίας, ετήσια αύξηση του ΑΕΠ γύρω στο 5% για τα χαμηλά εισοδήματα, και ζωηρή χρηματιστηριακή δραστηριότητα. Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο σημερινός πρόεδρος υπόσχεται την ταχεία ανάκαμψη της χώρας με βάση τους ίδιους κεντρικούς πυλώνες της έως τώρα οικονομικής του πολιτικής, δηλαδή τη χαμηλή φορολόγηση και τον επιθετικό εμπορικό πόλεμο προς ανταγωνιστικές χώρες, ιδίως την Κίνα. Οπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, οι Αμερικανοί δείχνουν να τον πιστεύουν.

8. Πρόγραμμα και όραμα για τη χώρα. Ο πρόεδρος έχει αποφύγει να παρουσιάσει ένα αναλυτικό κυβερνητικό πρόγραμμα για την επόμενη θητεία. Πορεύεται προς τις εκλογές με το (αόριστο αλλά γοητευτικό) σύνθημα «Κάνε την Αμερική μεγάλη ξανά», αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, υποβαθμίζοντας την αξία των φιλελεύθερων θεσμών και υποσχόμενος να εμποδίσει τη μετανάστευση. Αντίθετα, ο αντίπαλός του έχει παρουσιάσει ένα καλά επεξεργασμένο και αρκετά λεπτομερές πρόγραμμα, αλλά του λείπει το όραμα. Αυτό που μοιάζει να υπόσχεται είναι η απαλλαγή από τη σημερινή κυβέρνηση και η επιστροφή σε ένα καλύτερο παρελθόν.

9. Kρίσιμες μειονότητες. Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις τέτοιες κοινωνικές ομάδες που ενδέχεται να κρίνουν το αποτέλεσμα. Οι νεαρότερες ηλικίες και οι μαύροι υποστηρίζουν μεν τους Δημοκρατικούς, αλλά κανείς δεν γνωρίζει αν τελικά θα προσέλθουν μαζικά στις κάλπες. Ειδικά οι μαύροι ψηφοφόροι συχνά απέχουν από τις εκλογές ενώ, ειδικά αυτή τη φορά, δεν δείχνουν να εμπιστεύονται την επιστολική ψήφο. Μια άλλη μειοψηφία που παραδοσιακά ψήφιζε τους Δημοκρατικούς είναι οι ισπανόφωνοι της Αμερικής. Σήμερα, τουλάχιστον ένα τρίτο αυτής της μεγάλης κατηγορίας ψηφοφόρων φαίνεται ότι έχει προσχωρήσει στους Ρεπουμπλικανούς.

10. Ο κανόνας της Ιστορίας. Παρά την αμετροέπεια της όλης συζήτησης που έχει αναπτυχθεί γύρω από τον λαϊκισμό, η πραγματικότητα είναι ότι οι λαϊκιστές έχουν καταλάβει την εξουσία σε λίγες μόνο χώρες, μία από τις οποίες είναι και η σημερινή Αμερική. Κατά κανόνα, όμως, όταν έρχονται στην εξουσία, οι λαϊκιστές τείνουν να κερδίζουν τουλάχιστον μία δεύτερη εκλογική μάχη. Απομένει να δούμε αν το αποτέλεσμα των επερχόμενων αμερικανικών εκλογών θα επιβεβαιώσει ή όχι αυτόν τον κανόνα.

Μέχρι τις εκλογές απομένουν εννέα μόλις ημέρες. Πάρτε λοιπόν μολύβι και χαρτί και, συνδυάζοντας όπως εσείς νομίζετε καλύτερα τα παραπάνω δέκα σημεία, κρίνετε από μόνοι σας τον πιθανότερο νικητή αυτής της ιδιαίτερα κρίσιμης αναμέτρησης.
 
* Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και συγγραφέας. Διατηρεί το ιστολόγιο www.pappaspopulism.com.