ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι «αόρατοι» του 21ου αιώνα

Υπάρχει κανείς που να ισχυρίζεται ότι η πανδημία δεν ανέτρεψε την καθημερινότητά του; Να μη δηλώνει ότι έχει χειρότερη διάθεση, διαφορετικές σχέσεις με τους φίλους του, ότι οι συνθήκες εργασίας του έχουν αλλάξει; Στην πρόσφατη έρευνα (που παρουσίασε η διαΝΕΟσις) για τη ζωή των Ελλήνων μετά επτά μήνες πανδημίας, περίπου 3 στους 4 απαντούν ότι βιώνουν αυτήν τη μεταβολή στη ζωή αλλά και στα συναισθήματά τους.

Πόσοι και πόσο μπορούν να αντέξουν και, ακόμη περισσότερο, να ανταποκριθούν στα διαρκώς νέα δεδομένα; Πριν από λίγες ημέρες διοργανώθηκε διαδικτυακή συζήτηση (από τον ίδιο ερευνητικό οργανισμό) με αυτό ακριβώς το θέμα: τις επιπτώσεις της πανδημίας στην ελληνική κοινωνία. Ο νέος σε ηλικία και ήδη καταξιωμένος φιλόσοφος Θεοφάνης Τάσης ήταν καταιγιστικός στην περιγραφή του «καινοφανούς ανθρωπότυπου» που αναδύεται μέσα από τη νέα πραγματικότητα. Αναφέρθηκε στην «εικονιστική κοινωνία» (όρο τον οποίο συχνά χρησιμοποιεί και στα βιβλία του), όπως ονομάζει την παρούσα μορφή της νεωτερικότητας στην οποία ψηφιοποιούνται σε εικόνες, αγαθά, υπηρεσίες, οι διαπροσωπικές σχέσεις και ο εαυτός μας. Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας έτσι κι αλλιώς θα οδηγήσει σε μία «εικονιστική κοινωνία», είπε ο κ. Τάσης, «απλά η πανδημία επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία». Μέθοδοι όπως η τηλεργασία και οι τηλεδιασκέψεις θα παραμείνουν και μετά την πανδημία, καθώς αποδεικνύονται οικονομικά συμφέρουσες.

Ταυτόχρονα, «η σωματική επαφή θα αποδυναμωθεί». Καθώς «επιταχύνεται η επιτάχυνση» στην εξέλιξη της τεχνολογίας, είναι «επιτακτική ανάγκη να στοχαστούμε έναν ψηφιακό ανθρωπισμό».

«Πιστεύω ότι η ανισότητα που διαμορφώνεται τώρα βασίζεται στην αντικατάσταση της μεσαίας τάξης του 20ού αιώνα από μια νέα», σχολίασε. «Στη Δύση, ήταν άνθρωποι που εργάζονταν στη βιομηχανία, δικηγόροι, γιατροί, επιστήμονες, στελέχη τραπεζών. Μέσω της ψηφιοποίησης όμως αναδύθηκε μια νέα τάξη ανθρώπων που εργάζεται με ένα ριζικά διαφορετικό τρόπο. Δεν μένουν σε έναν συγκεκριμένο τόπο, έχουν ένα έκκεντρο βιογραφικό. Εχει, δηλαδή, κάποιος σπουδάσει μηχανικός, εργάζεται σε μια ΜΚΟ και γίνεται προγραμματιστής. Η ανισότητα αφορά από τη μια τον μετασχηματισμό της μεσαίας τάξης του 21ου αιώνα που διάγει ένα βίο γοητευτικότερο και πιο “ορατό”  και από την άλλη τα χαμηλότερα εργατικά στρώματα του 20ού αιώνα που τώρα περιθωριοποιούνται ακόμη περισσότερο γίνονται λιγότερο “ορατά”. Δεν μπορούν να εμφανίσουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια ελκυστική εικόνα εαυτού. Αρα γίνονται “αόρατοι”, “μη υπαρκτοί”. Οι κοινωνικοί κλυδωνισμοί που βιώνουμε και οι εντάσεις δεν είναι παρά η κίνηση της μετάβασης σε μια ριζικά διαφορετική συνθήκη».

Το έκκεντρο γίνεται, άραγε, κανόνας; Κι αν μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων (των τεχνολογικά λιγότερο εξοπλισμένων) περάσει στην αφάνεια, μαζί με την αορατότητα η κοινωνία θα χάσει και την «ανθρωπινότητα»; Πώς μπορεί κανείς να κινηθεί, ανάμεσα στους τεχνολάτρες, που έχουν τους αλγόριθμους ευαγγέλιο, και στους τεχνοφοβικούς που δαιμονοποιούν οτιδήποτε δεν μπορούν ή αρνούνται να κατανοήσουν ή να χειριστούν; Οδεύαμε ούτως ή άλλως σε μια κοινωνία ανθρώπων που μοιράζονταν συχνότερα την εικόνα τους (με διαρκείς αναρτήσεις στα social media) παρά τον εαυτό τους σε διά ζώσης επαφές. Ή θεωρούσαν εαυτό μόνο τον αναρτημένο. Τώρα που η πανδημία επέβαλε τις αποστάσεις μοιάζει σαν να νομιμοποιείται η απόλαυση των «likes» ως η μόνη κανονικότητα.

Η πριν από τον κορωνοϊό πραγματικότητα πολύ σύντομα θα είναι παρελθόν. Αναμνήσεις ενός άλλου κόσμου, για άλλους απαρχαιωμένου και ξεπερασμένου και για άλλους θα παραμείνει ο απολεσθείς παράδεισος, έστω κι αν όταν τον ζούσαν καταλόγιζαν αδικίες και αναδείκνυαν κυρίως τις αρνητικές πλευρές του. Οι «αόρατοι» του 21ου αιώνα μπορεί και να ήταν ευνοημένοι του 20ού. Μια μεσαία τάξη που πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση είχε επάρκεια αγαθών, πέρασε χρόνια ευφορικής σπατάλης. Οχι όλοι αλλά όχι και λίγοι. 

Η γενιά με τα «έκκεντρα βιογραφικά» και την κινητικότητα, επαγγελματική και προσωπική, επενδύει σε διαφορετικές αξίες, οργανώνει τις δικές της κοινότητες. Θα χαράξει διαδρομές, αναμφίβολα. Μόνο που ο ανθρωπισμός, δεν τροφοδοτείται από την εικόνα. Δεν είναι τερτίπι επικοινωνιακό, είναι αγαθό υπαρξιακό. Χωρίς το οποίο το πρόσκαιρα ορατό έχει εξασφαλισμένη την εξαφάνισή του. Χωρίς να αφήσει ίχνος, ούτε καν ψηφιακό.