ΜΑΣΚΕΣ

Μιχάλης Χρυσοχοΐδης: Λουμπάγκο

michalis-chrysocho-dis-loympagko0Ενας, δύο, τρεις υπουργοί βρέθηκαν στην ανάγκη να εξηγούν τι δεν είπε ένας συνάδελφός τους. Αυτή η πρόχειρη στατιστική αρκεί για να δείξει ότι η δήλωση του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη για τον «εθνικισμό (του ΣΥΡΙΖΑ) με τα 12 μίλια» ήταν –τουλάχιστον– επικίνδυνα ελλειπτική. Επρεπε να μεταφραστεί σε κάτι άλλο, για να βγάζει πολιτικό νόημα: ζητώντας εδώ και τώρα την επέκταση των χωρικών υδάτων, ο ΣΥΡΙΖΑ πλειοδοτεί. Εισηγείται μια κίνηση που έχει ανυπολόγιστο ρίσκο. Συνιστά αυτή η πλειοδοσία εθνικισμό;
 
Πρόκειται μάλλον για δημαγωγικό ρεφλέξ χωρίς δογματικό βάθος. Η αξιωματική αντιπολίτευση λειτουργεί πάντα με την παρόρμηση να ανταγωνιστεί ποσοτικά την κυβέρνηση. Οπως στην αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης ζητούσε «εμπροσθοβαρώς» περισσότερα λεφτά, έτσι και στα πελάγη: ζητάει πιο πολλά, πιο γρήγορα.
 
Μπορείς άραγε να ξεχωρίσεις έτσι τη δημαγωγική μεθοδολογία από το περιεχόμενο της αξίωσης που προωθεί; Μπορείς να χρησιμοποιείς τον εθνικισμό χωρίς να είσαι εθνικιστής; Θεωρητικά, ναι. Για τον ζήλο του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, οι γραμμές αυτές αποδείχτηκαν για μία ακόμη φορά πολύ λεπτές. Επιχειρώντας να εκμεταλλευθεί το ρητορικό λουμπάγκο του Χρυσοχοΐδη, ο Ραγκούσης έφθασε να εκστομίσει τις λέξεις «ραγιαδισμός» και «δουλοπρέπεια». Οχι και η προσφορότερη γλώσσα για κάποιον που θέλει να αποσείσει το ανάθεμα του εθνικιστή.
 
Στην αντιπαράθεση Χρυσοχοΐδη – Ραγκούση θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει το τριήμερο μιας άγονης κοινοβουλευτικής σκηνοθεσίας. Δύο πρώην γραμματείς του ΠΑΣΟΚ διασταύρωναν ξανά από άλλα κόμματα τα ξίφη τους. Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ διεκδικούσε έναν πασοκικό νόμο (Κατσέλη) που ως μικρός, πούρος ΣΥΡΙΖΑ, είχε καταψηφίσει. Ενώ η κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. δοκίμαζε τα όρια της υπομονής της απέναντι στους Πασόκους που πιάνουν τόπο – θέσεις τις οποίες εποφθαλμιούν οι βλαστοί της Δεξιάς. Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ – ακόμη και μετά θάνατον. Τα διεσπαρμένα μέλη του εμψυχώνουν τις κοινοβουλευτικές έριδες.
 
Πίσω από το φολκλόρ της μεταπολιτευτικής πτωματολογίας υπάρχει ένα ζωντανό ερώτημα, που σκιαγραφήθηκε σιωπηρά και στη συζήτηση στη Βουλή: ποιος δίνει σήμερα φωνή στο Κέντρο; Ολοι έχουν πάρει μια λίβρα ΠΑΣΟΚ. Ποιος, όμως, διεκδικεί με περισσότερες αξιώσεις τον ρόλο της μεγάλης κοίτης στη μέση του κομματικού χάρτη;
 
Ας πούμε καλύτερα, ποιος δυσκολεύεται να τον διεκδικήσει. Δυσκολεύεται εκείνος που προσπαθεί να προκαλέσει τεχνητή πόλωση δικαιώνοντας όσους εκτιμούν ότι μόνο σε συνθήκες κρίσης μπορεί να υπάρξει. Δυσκολεύεται εκείνος που, ενώ θέλει να εκφράσει το Κέντρο, δεν μπορεί να ενστερνισθεί την πολιτική του κουλτούρα· που, αντιθέτως, καθοδηγείται από τα συνθήματα της πολακικής μισαλλοδοξίας, επαγγελλόμενος ρεβανσισμό («την άλλη φορά θα είναι αλλιώς»).
 
Αυτήν ακριβώς τη δυσκολία μετρούν και οι δημοσκοπήσεις.