ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αφανής δημόσια διοίκηση

Θα έπρεπε να υπάρχει ένα μισθολογικό ή άλλο εργαλείο, πέραν των υπερωριών, με το οποίο θα ανταμειβόταν η εργασία όσων υπαλλήλων ξεπερνούν ακόμα και τις υψηλότερες προσδοκίες των προϊσταμένων τους και των πολιτών. Φωτ. ΑΠΕ/ΜΠΕ

Η oκτάμηνη εμπειρία από τη διαχείριση της πανδημίας επιβεβαίωσε την πεποίθηση πολλών ότι στη χώρα μας υπάρχουν τρεις κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων: α) αυτοί που είναι αφοσιωμένοι στη δουλειά τους και ενδιαφέρονται για την τήρηση της νομιμότητας και την εξυπηρέτηση πολιτών και επιχειρήσεων, τις δύο κατ’ εξοχήν αποστολές της δημόσιας διοίκησης, β) αυτοί που ήδη, αφότου είχαν προσληφθεί, δεν ήθελαν να προσφέρουν τίποτε ή, απογοητευμένοι από το περιβάλλον του Δημοσίου, ουσιαστικά δεν εργάζονται αλλά απλώς απολαμβάνουν έναν μισθό και γ) αυτοί που απασχολούνται με κομματική δουλειά στο γραφείο, όντας αφοσιωμένοι αποκλειστικά στις προτεραιότητες του πολιτικού τους κόμματος, κυβερνώντος ή αντιπολιτευόμενου. Η κομματική δουλειά δεν ταυτίζεται με τον συνδικαλισμό των δημοσίων υπαλλήλων, ο οποίος ευτυχώς και δικαίως προστατεύεται νομικά. Ομως εργαλειοποιεί τον συνδικαλισμό, μέχρις τελικής πτώσεώς του, με αδιάφορες για την ελληνική κοινωνία τελετουργικές «κινητοποιήσεις», με ελάχιστη συμμετοχή.

Από τον Φεβρουάριο του 2020 έως σήμερα, οι υπάλληλοι της πρώτης κατηγορίας, με εργασία εξ αποστάσεως ή εκ περιτροπής στο γραφείο, προσπάθησαν να διεκπεραιώσουν ό,τι είχαν αναλάβει και κάτι περισσότερο από αυτό, υπό αντίξοες συνθήκες. Από την αρχή της κρίσης της πανδημίας, εύλογα η προσοχή του κοινού, σε όλες τις χώρες του κόσμου, στράφηκε στους πολιτικούς, δηλαδή στον πρωθυπουργό και στους υπουργούς, που έπρεπε να αποφασίσουν τι είδους μέτρα αντιμετώπισης του κορωνοϊού ήταν αναγκαία, από πότε και για πόσο χρονικό διάστημα τέτοια μέτρα θα επιβάλλονταν, πότε θα αναιρούνταν και πότε θα θεσπίζονταν ξανά. Ταυτόχρονα, οι δημόσιοι υπάλληλοι, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, εφάρμοσαν τα μέτρα με τρόπο που κατέστησε πολλούς από αυτούς αφανείς ήρωες. Οι εξυπηρετούμενοι πολίτες δεν τους έβλεπαν, αλλά λάμβαναν τηλεφωνήματά τους ή ηλεκτρονικά μηνύματα και διεκπεραίωναν τις υποθέσεις τους χωρίς φυσική παρουσία στα κτίρια του Δημοσίου.

Οπως το θέτει πρόσφατο κείμενο των Ηνωμένων Εθνών (UN/DESA 2020), το 2020, στην κρίση της πανδημίας, «ο δημόσιος υπάλληλος βρίσκεται στην καρδιά του εγχειρήματος της αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κρίσης είτε ως εργαζόμενος στην πρώτη γραμμή των υπηρεσιών υγείας είτε διαμορφώνοντας στρατηγικές και σχέδια για να περιορίσει τον αντίκτυπο της πανδημίας».

Προφανώς έγιναν και λάθη στην επιλογή και στην εφαρμογή των μέτρων, στην Ελλάδα και αλλού. Εκ του αποτελέσματος, συγκριτικά με άλλες χώρες, μέχρι στιγμής στην Ελλάδα δεν έγιναν πολλά τέτοια λάθη. Ενδεικτικά, με ίσο περίπου πληθυσμό, η Πορτογαλία έχει τριπλάσιο και η Σουηδία έχει δεκαπλάσιο αριθμό θυμάτων από την Ελλάδα. Ως προς την εφαρμογή των μέτρων που επελέγησαν, δεν έχει αναγνωριστεί επαρκώς ότι όχι μόνο οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες δημόσιας υγείας και πρόνοιας, αλλά και οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι της πρώτης από τις τρεις κατηγορίες που αναφέραμε, πρόσφεραν πολλά. Ας μη λησμονούνται και όσοι προϊστάμενοί τους ή άλλοι εμπειρογνώμονες σχεδίασαν τα έκτακτα μέτρα και επίσης δρομολόγησαν την ψηφιοποίηση εκατοντάδων υπηρεσιών προς τον πολίτη.

Πράγματι, η δραματική κατάσταση που δημιουργήθηκε με τη διασπορά του κορωνοϊού οδήγησε σε απότομη ψηφιοποίηση των σχέσεων κράτους – πολίτη, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση από ό,τι πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας. Μειώθηκαν πολύ οι επαφές μεταξύ υπαλλήλων και πολιτών, πρόσωπο με πρόσωπο. Η ψηφιοποίηση είχε ως άμεση επιδιωκόμενη συνέπεια το να μειωθούν οι πηγές διασποράς του ιού. Μάλλον όμως είχε και παρεπόμενες συνέπειες.

Πρώτον, θεωρητικά, θα πρέπει να αυξήθηκε η ταχύτητα της ενδοδιοικητικής επικοινωνίας μεταξύ δημοσίων υπηρεσιών και η ταχύτητα συναλλαγών των τρίτων (πολιτών, επιχειρήσεων) με το Δημόσιο. Ωστόσο, εφόσον δεν έχουν συνολικά ψηφιοποιηθεί όλα τα στάδια μιας διαδικασίας, οι καθυστερήσεις, όπου ακόμα απαιτείται φυσική παρουσία των εξυπηρετουμένων, ίσως αυξήθηκαν, ειδικά εκεί όπου υπάρχουν ελλείψεις προσωπικού και οι υπάλληλοι εργάζονταν εκ περιτροπής. Ετσι, π.χ., παρατηρούνται σήμερα απογοητευτικές εμπλοκές στις δημόσιες υπηρεσίες σε θέματα φορολογικά και αγοραπωλησίας ακινήτων.

Δεύτερον, υποθετικά, αφού περιορίστηκε η προσωπική επαφή μεταξύ αφενός των υπαλλήλων και αφετέρου των εξυπηρετούμενων πολιτών και επιχειρήσεων, θα πρέπει να μειώθηκαν και οι πειρασμοί για χρηματισμό. Και πριν από την εμφάνιση της πανδημίας, που λειτούργησε ως καταλύτης ψηφιοποίησης του Δημοσίου, σημαντικοί τομείς, όπως οι δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών, μελετών και άλλων υπηρεσιών, είχαν περάσει στην ψηφιακή εποχή. Ηδη, από τα μέσα της δεκαετίας του 2010, χρησιμοποιούνταν ηλεκτρονικά μέσα, έτσι ώστε, σε έναν βαθμό, οι διαγωνιζόμενοι οικονομικοί φορείς δεν συναντούσαν τα ίδια οικεία πρόσωπα πίσω από τα ίδια γραφεία. Από αυτήν την άποψη, το ότι η δημόσια διοίκηση έχει καταστεί αφανής μάλλον είχε θετικό αποτέλεσμα. Στην πράξη είναι άγνωστο αν τελικά μειώθηκε η διαφθορά, που μετριέται πολύ δύσκολα. Αλλωστε η εφευρετικότητα όσων θέλουν να διαφθαρούν και όσων επιδιώκουν να τους διαφθείρουν είναι αστείρευτη.

Συνοπτικά και παραδόξως, η δυστυχής συγκυρία της κρίσης του κορωνοϊού ίσως αποτέλεσε ευτυχή πρόκληση για την ελληνική δημόσια διοίκηση. Τίποτε όμως δεν έχει κριθεί ακόμα. Αφενός, οι πρώτες συγκριτικές έρευνες μεταξύ δημοσίων διοικήσεων διαφόρων χωρών δείχνουν ότι στην τρέχουσα κρίση απέδωσαν καλύτερα όσες διοικήσεις είχαν διδαχθεί από την αντιμετώπιση προγενέστερων κρίσεων και επίσης όσες διοικήσεις είχαν δημιουργήσει, εκ των προτέρων, δίκτυα συνεργασίας με άλλους δημόσιους οργανισμούς και με φορείς της κοινωνίας πολιτών. Ως προς αυτά, η ελληνική δημόσια διοίκηση υπολείπεται, καθώς παραμένει αγοραφοβική. Αφετέρου, εκείνη η κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων που εργάστηκε περισσότερο, αντί για λιγότερο, κατά το τρέχον έτος, ίσως σταδιακά φθίνει, λόγω κόπωσης και των ανάμεικτων συναισθημάτων που δημιουργεί η ζωή στην αφάνεια, χωρίς αναγνώριση της προσφοράς τους. Θα έπρεπε να υπάρχει ένα μισθολογικό ή άλλο εργαλείο, πέραν των υπερωριών, με το οποίο θα ανταμειβόταν η εργασία όσων υπαλλήλων ξεπερνούν ακόμα και τις υψηλότερες προσδοκίες των προϊσταμένων τους και των πολιτών.
 
* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.