ΑΠΟΨΕΙΣ

Καινά δαιμόνια στη γη του Θουκυδίδη

Στον διάσημο διάλογο των Μηλίων με τους Αθηναίους, στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Θουκυδίδης αντιπαραθέτει μια επιχειρηματολογία ανάμεσα στην Ισχύ και στο Δίκαιο. Οι Μήλιοι υποστήριξαν πως δεν ήταν δίκαιο υπό την απειλή πολέμου να υποχρεωθούν να ενταχθούν στην Αθηναϊκή Συμμαχία, ενώ οι Αθηναίοι αντέτειναν πως σε συνθήκες ανισότητας, ο ισχυρός προχωράει μέχρι εκεί που του επιτρέπει η ισχύς του και ο αδύναμος υποχωρεί μέχρι εκεί που του επιβάλει η αδυναμία του. Στο τέλος, η Μήλος καταστράφηκε ολοσχερώς.

Δεν είναι ανάγκη να ασπάζεται κανείς τη ρεαλιστική ή κατ’ άλλους κυνική θεώρηση του Θουκυδίδη, αρκεί όταν την υιοθετεί να μην μπερδεύει τις ιστορικές αναλογίες. Πολλοί συμπατριώτες μας και κάποιοι «ειδικοί», φέρ’ ειπείν, φρονούν πως στα ελληνοτουρκικά στη μεριά των Μηλίων βρίσκονται οι Τούρκοι και πως δεν έχουμε να χάσουμε τίποτε από μια σύρραξη. Αλλοι, πάλι, περιφρονούν τους κινδύνους γιατί «εμείς δεν προσκυνάμε». Δυστυχώς, η επιστήμη μου δεν μου προσφέρει τα εργαλεία για την κατανόηση του τρόπου σκέψης ούτε των μεν ούτε των δε. Είναι δουλειά ίσως άλλων επιστημών.

Παίρνοντας αποστάσεις από τον σκληρό ρεαλισμό του Θουκυδίδη, η ανθρωπότητα έκανε βήματα προς μια φιλελεύθερη διεθνή τάξη πραγμάτων. Η πικρή εμπειρία της αποικιοκρατίας, των δύο παγκόσμιων πολέμων, του Ολοκαυτώματος και στη συνέχεια του Βιετνάμ συνέβαλε στον περιορισμό της κτηνώδους κρατικής δύναμης, στην εφαρμογή διεθνών κανόνων και στον αυξημένο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το 1951 υπογράφτηκε, για παράδειγμα, η συνθήκη της Γενεύης για την προστασία των προσφύγων.
Εντούτοις, τις τελευταίες δεκαετίες σημειώθηκαν σοβαρές υποχωρήσεις. Το διεθνές δίκαιο έγινε συχνά συνώνυμο της υποκρισίας και της επιλεκτικής επιβολής πολιτικών από τους ισχυρούς. Ο πόλεμος των κατασκευασμένων στοιχείων στο Ιράκ, η Κριμαία, η τραγωδία στη Συρία και το προσφυγικό δράμα ανέδειξαν τον κυνισμό όσων επικαλούνται το Δίκαιο κατά το δοκούν.

Η αναζήτηση μιας ισορροπίας ανάμεσα στο Δίκαιο και στην Ισχύ είναι λοιπόν κρίσιμο ζήτημα, αλλά συνιστά κινούμενη άμμο. Υπό αυτό το πρίσμα, πολλοί υποστηρίζουν πως αν θέλουμε ειρήνη με την Τουρκία πρέπει να γίνουμε ισχυρότεροι. Ναι, αλλά πώς;
Η ισχύς μιας χώρας είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων (οικονομία, δημογραφία, γεωπολιτική, κουλτούρα) και διαμορφώνεται σε βάθος χρόνου. Μερικοί έχουν την εύκολη συνταγή: Να γίνουμε «κράτος-αστακός», Ισραήλ των Βαλκανίων. Προτείνουν αύξηση στρατιωτικής θητείας, εξοπλιστικά προγράμματα-μαμούθ, έθνος σε διαρκή επιστράτευση.

Είναι ζωή αυτή; Ρωτήστε έναν νέο άνθρωπο. Θα ήθελε να περάσει 2-3 χρόνια στον στρατό; Θέλουμε να γυρίσουμε στην εποχή που η χώρα είχε χιλιάδες ανυπότακτους και η θητεία ήταν έκφραση ωμής κοινωνικής ανισότητας με τους αδύναμους στην παραμεθόριο και τους ισχυρούς «λούφα και παραλλαγή» καντηλανάφτες στον Λυκαβηττό; Δεν γνώρισα πολλούς που να μην έβαλαν ή να μην προσπάθησαν να βάλουν «μέσο» στον στρατό. Τα μεγάλα πολιτικά γραφεία, μάλιστα, είχαν άνθρωπο που ασχολούνταν αποκλειστικά με αυτό το είδος ρουσφετιού – τόση ήταν η ζήτηση. Πέφτετε από τα σύννεφα; Ελάτε τώρα!

Μήπως έστω εξάγουμε φρεγάτες; Αντίθετα, η επιλογή «του αστακού» είναι πιθανότερο να μας οδηγήσει ξανά στον γκρεμό παρά να μας ισχυροποιήσει. Εχουμε 200% χρέος, 37% ανεργία στους νέους, καχεκτικό κοινωνικό κράτος, και βαλθήκαμε να ξεπληρώσουμε το χρέος της Γαλλίας;

Ζήσαμε αυτήν την εμπειρία. Τις «αγορές του αιώνα» με τις μίζες του Τσοχατζόπουλου. Τα ξεχάσαμε; Και όταν χρεοκοπήσαμε και επαιτούσαμε, μας λυπήθηκε κανείς; Εντέλει, από την κούρσα των εξοπλισμών δεν κερδίσαμε σε ισχύ έναντι της Τουρκίας, αντιθέτως την τελευταία δεκαετία απωλέσαμε κιόλας.

Η διπλωματία ασφαλώς συνεισφέρει, αλλά αρκεί; Κρίνοντας από τις διαρκείς κρίσεις, μάλλον όχι. Επιπλέον, η διπλωματία της «περικύκλωσης» της Τουρκίας ρίχνει λάδι στη φωτιά, ενώ παλιότερες τυχοδιωκτικές «φιλίες» τύπου Οτσαλάν μάς γελοιοποίησαν. Θέλουμε ξανά κάτι τέτοιο;

Επομένως, το μοντέλο μιας ακραία ανταγωνιστικής σχέσης με την Τουρκία δεν βοηθά. Προσφέρει αέναους κύκλους έντασης. Μας εγκλωβίζει και αφαιρεί εθνικούς πόρους και διπλωματικό κεφάλαιο.

Ναι, πρέπει να γίνουμε ισχυρότεροι, αλλά πώς; Ας αλλάξουμε τρόπο σκέψης. Με δική μας πρωτοβουλία να γίνει το παιχνίδι στο Αιγαίο από ανταγωνιστικό σε συνεργατικό ή έστω πιο συνεργατικό από ό,τι είναι τώρα. Με άλλα λόγια, να διαμορφώσουμε ένα πλαίσιο οικονομικής συνεργασίας με την Τουρκία, που να λειτουργεί ως εμπόδιο στην ένταση.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να ενισχυθούμε οφείλουμε να συνεργαστούμε. Μετατρεπόμενη η Τουρκία από ανταγωνιστικός σε συνεργατικός παράγοντας για εμάς, θα συμβάλει στη ισχυροποίησή μας μέσα στη διμερή σχέση, αλλά και η συνολική γεωπολιτική ισχύς μας θα αυξηθεί.

Οταν Ελλάδα και Τουρκία εμβαθύνουν την οικονομική συνεργασία τους στο Αιγαίο και ευρύτερα στην Ανατολική Μεσόγειο, η συζήτηση περί ισχύος θα πάψει να έχει την ίδια δραματική σημασία (δείτε, π.χ., τη σχέση Γερμανίας – Γαλλίας). Εως τότε, βέβαια, ακόμη κι αν περνιόμαστε για τους Αθηναίους, καλό είναι να θυμόμαστε πού και πού τους φουκαράδες Μηλίους, που ίσως θα είχαν προτιμήσει να γίνουν Φινλανδοί.
 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.