ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι νόμοι ενός ελεύθερου έθνους

Αντιπροσωπευτικοί τύποι Ελλήνων «υπό προσωρινή κράτηση» στη φετινή παράσταση της «Βαβυλωνίας» από το ΚΘΒΕ (σε σκηνοθεσία Τάκη Χρυσικάκου).

Στο προηγούμενο άρθρο μου είχα περιγράψει τη διαδικασία υιοθέτησης του πρώτου ποινικού κώδικα στην Ελλάδα, του «Απανθίσματος των Εγκληματικών», που γράφτηκε μέσα σε δύο εβδομάδες από μια επιτροπή Ελλήνων επαναστατών. Ο σημαντικότερος από αυτούς ήταν ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, κληρικός, λόγιος και επαναστάτης, ένας «από τους πιο διακεκριμένους και σεβαστούς προοδευτικούς λόγιους των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα» που «θα μπορούσε να θεωρηθεί το σημαντικότερο φιλοσοφικό πνεύμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», σύμφωνα με τον Πασχάλη Κιτρομηλίδη. Οπως μας έδειξε η Ρωξάνη Αργυροπούλου στις μελέτες της και πρόσφατα στο βιβλίο της «Ο Βενιαμίν Λέσβιος: Οραματιστής και Θεμελιωτής της Ελευθερίας των Ελλήνων» (εκδ. Σταμούλης, 2019), ο φιλελευθερισμός του Βενιαμίν βρίσκεται υπό την επιρροή των ιδεών του Τζον Λοκ και του Τσέζαρε Μπεκαρία. Πιστεύω, λοιπόν, ότι ήταν αυτός που κυριάρχησε στην ετοιμασία του «Απανθίσματος». Ας δούμε ποιες ήταν οι αναφορές του.

Κατ’ αρχάς ήταν το έργο του Μπεκαρία στο πρωτότυπο, αλλά και όπως μεταφράστηκε το 1802 από τον Αδαμάντιο Κοραή («Περί Αδικημάτων και Ποινών»), καθώς και ο ναπολεόντειος ποινικός κώδικας του 1810. Επιπλέον, ο Βενιαμίν είχε δική του επεξεργασμένη σκέψη, διατυπωμένη μία εικοσαετία νωρίτερα, στα «Στοιχεία Ηθικής» (δημοσιεύθηκαν το 1994 από το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών με επιμέλεια της Ρ. Αργυροπούλου). Εκεί υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο «περί νόμου» όπου συναντάμε τις ριζοσπαστικές ιδέες του. Συνδέει τον νόμο με το κοινωνικό συμβόλαιο («νόμος ήθελεν είναι ομολογία εκάστου των ενωθέντων ανθρώπων, εις την παράβασιν της οποίας να επακολουθήση ποινή») και αυτό του επιτρέπει να διατυπώσει μια πρώιμη μορφή της «αρχής της βλάβης» που έχει συνδεθεί με τον Τζον Στιούαρτ Μιλ! «Αν ουδείς έδωκεν εαυτόν εις την αρχήν [εννοεί την οργανωμένη πολιτεία] να κολάζηται εν ω αδικεί ουδένα, επόμενον είναι η αρχή, να έχει ουδαμώς δικαίωμα του να κολάση εκείνον, όστις δεν βλάπτει άλλον». Βλάβη είναι «η θραύσις τινός των φυσικών δικαιωμάτων του άλλου». Συνεχίζει απορρίπτοντας τον νομικό πατερναλισμό: «Η αρχή άλλο δεν είναι, ειμή επίτροπός τις και υπερασπιστής των βλαπτομένων. Αλλ’ ουδείς, ως φαίνεται, εδιώρισεν ή εζήτησεν υπερασπιστήν ποτέ καθ’ εαυτού, καθότι τούτο ήθελεν είναι, ωσάν να εζήτη τιμωρόν εαυτού». Συμφωνεί με τον Μπεκαρία ότι η θανατική ποινή δεν είναι αναγκαία για την κοινωνία αλλά προσθέτει ότι (α) δεν τη νομιμοποιεί το κοινωνικό συμβόλαιο («τις ποτέ ηθέλησε να δώση εις άλλους την εξουσίαν, να τον φονεύσωσιν; ή ποίος εσυγκατένευσε ποτέ να συνεισφέρη εις την κοινήν παρακαταθήκην το τιμιώτερον των αγαθών, την ζωήν;») και επιπλέον (β) είναι επιβλαβής («η ποινή του θανάτου πληθύνει τους φόνους, αντί να τους ολιγοστεύση»), καθώς «οι σκληροί νόμοι […] αποκαθιστούσι τους πολίτας τοιούτους, ώστε να εκλαμβάνωσι μικρόν τι τον φόνον». Προσθέτει μια συγκλονιστική φράση: «Ο νόμος του θανάτου αυξάνει τους φόνους επί της Γης». Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το «Απάνθισμα» κατηγορήθηκε για υπερβολική επιείκεια καθώς επιβάλλει την ποινή του θανάτου με φειδώ, δεν επιβάλλει ισόβια κάθειρξη, δεν αφαιρεί τα πολιτικά δικαιώματα, δεν επιβάλλει διαπόμπευση.

Κυριαρχεί η αυτοδικία

Γιατί, λοιπόν, αρκετοί φιλελεύθεροι δεν έμειναν ικανοποιημένοι με την ποινική νομοθεσία; Μας το εξηγεί ο Ν.Κ. που κατοικεί στην Επίδαυρο και δηλώνει «ένας ελεύθερος Ελλην», στο τεύχος της 4/10/1824 της «Εφημερίδος Αθηνών». Οχι μόνο δεν εφαρμόζεται το «Απάνθισμα» αλλά «κυριαρχεί η αυτοδικία και η αυθαιρεσία από τους Καπετάνιους, τους Προεστούς, τους Επαρχους, ακόμα κι από τους Αστυνόμους». Ο «ταλαίπωρος» Ελληνας «τέτοιαν σύγχυσιν και τέτοιον κίνδυνον ίσως δεν έλαβεν ούτε εις τον καιρόν των Τούρκων». Ακόμα και αυτή η «απάνθρωπη συνήθεια» των βασανιστηρίων, που τα απαγορεύει το Σύνταγμα, «ενεργώνται πολλάκις μέσα εις την Ελλάδα».

Ομως ασκεί κριτική στη συνταγματική επιταγή να ισχύει το «Απάνθισμα» μαζί με τη βυζαντινή νομοθεσία που το συμπληρώνει. Δεδομένου ότι δεν ήταν διαθέσιμα τα «Βασιλικά», οι νομικοί χρησιμοποιούσαν τη σύνοψη του Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου, την «Εξάβιβλο». Ο Αρμενόπουλος ήταν δικαστής στη Θεσσαλονίκη τον 14ο αιώνα και η επιτομή του χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα από την Εκκλησία και τις κοινότητες στον ελληνικό χώρο, αλλά για αστικές διαφορές. Ας δούμε τι γράφει ο Ν.Κ., γιατί είναι ενδεικτικό του τρόπου που βλέπουν οι Ελληνες φιλελεύθεροι της εποχής όχι μόνο την «Εξάβιβλο» αλλά και το Βυζάντιο:

«Το επαρατήρησα πολλάκις, και τη αληθεία με εφάνη πολλά ανάξιον Νομικόν διά ένα ελεύθερον Εθνος καθώς το εδικόν μας. Νομικός δεν είμαι. Σας λέγω, όμως, ότι εις αυτό δεν εκατάλαβά τι σαφές. Μου εφάνη ένας κυκεών. Σωροί Νόμων Βασιλέων, Καισάρων, απλών Κριτών, Μοναχών, Πατριαρχών, φάσκοντες και αντιφάσκοντες προς αλλήλους· ίδον διατάξεις χαμερπείς και ανελευθέρας· ίδον κεφάλαια Νόμων πάντη ανάρμοστα εις το πνεύμα τούτου του αιώνος και αντιβαίνοντα εις αυτάς τα αρχάς του πολιτεύματός μας».
Τρεις μήνες αργότερα, στον «Φίλο του Νόμου», ένας άλλος φιλελεύθερος αρθρογράφος (Κ.Μ.) θα διαμαρτυρηθεί τονίζοντας: «Εφ’ όσον δε διαφορετικόν το πολίτευμα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας από το σημερινόν της Ελλάδος! Εφ’ όσον οι έκτοτε διατρέξαντες αιώνες όχι ανεπαίσθητον επέφερον διαφοράν εις τον άνθρωπον, επί τοσούτον και οι ειρημένοι Κώδικες εις πολλά ασυγγένευτοι με ημάς αποκαθίστανται σήμερον». Η εφημερίδα θα αρχίσει να δημοσιεύει τις αποφάσεις του Προσωρινού Εγκληματικού Δικαστηρίου, ασκώντας τους, ενίοτε, και κριτική.

Το «Απάνθισμα» άργησε να τεθεί σε ισχύ, αν κρίνουμε από την εγκύκλιο που στέλνει σε όλες τις επαρχίες στις 20 Μαρτίου 1825 (ενώ ο Ιμπραήμ αλωνίζει στην Πελοπόννησο) ο υπουργός του Δικαίου, Ιωάννης Θεοτόκης. Ζητάει να διαβαστεί το «Απάνθισμα» στις εκκλησίες («διά να ακούση άπας ο λαός και γνωρίση τίνι τρόπω χρεωστεί να πολιτεύεται, αποφεύγων την αδικίαν, καθώς και την ποινήν») και στέλνει προκηρύξεις για να τοιχοκολληθούν στα σημαντικότερα κτίρια. Στην προκήρυξη διαβάζουμε ότι τα δικαστήρια δεν θα επιτρέπουν «ο δυνατός να αδική τον αδύνατον, ούτε ο πλούσιος τον πτωχόν».

Οι αρχές του κράτους δικαίου έχουν αρχίσει να διαποτίζουν την καθημερινή εμπειρία, όπως αυτό είναι φανερό σε πλήθος αναφορών προς τη Διοίκηση, όπως αυτή του Υδραίου Μανώλη Κρητικού με ημερομηνία 22/9/1825 που έχει συλληφθεί από την αστυνομία και προφυλακίστηκε χωρίς να του έχει απαγγελθεί κατηγορία. Εξι ημέρες μετά θα στείλει αναφορά στο υπουργείο της Αστυνομίας:
«Κατ’ επιταγήν του εξόχου υπουργείου τούτου, η Γεν. Αστυνομία με έχει εις φυλακήν ημέρας μέχρι σήμερον εξ, και την αιτίαν της φυλακώσεώς μου, δεν με ιδέασεν άχρι τούδε, ήτις και αγνοεί, πράγμα παράδοξον. Ενώ ο οργανικός Νόμος μας [το Σύνταγμα] διαλαμβάνει ότι κανείς δεν δύναται να μένη εις φυλακήν, περισσότερον των 24 ωρών, χωρίς να πληροφορηθή επισήμως τας αιτίας της φυλακώσεώς του, και περισσότερον των τριών ημερών χωρίς ν’ αρχίση η διαδικασία του».

Στην πρώτη έκδοση της κωμωδίας του Δ.Κ. Βυζάντιου, «Βαβυλωνία» (1836), που διαδραματίζεται τον Οκτώβριο του 1827, ο Πελοποννήσιος διαμαρτύρεται για την αυθαίρετη κράτησή του λέγοντας στον αστυνόμο τα εξής:

«Αγκρουμάσου, κυρ Αστρονόμο, είμαι Ελληνας ελεύθερος, ακούς με; κι όφκολα δε με φυλακώνεις, γιατί κάμω διαμαρτύρησι στη Διοίκησις… κρίνε με πρώτα, κι ανισωστάς κ’ έχω φταίξιμο, φυλάκωσέ με».

Τα Συντάγματα, οι νόμοι, ο Τύπος έχουν αρχίσει να διαμορφώνουν, αργά αλλά σταθερά, ελεύθερους ανθρώπους.
 
* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Η σειρά άρθρων με θέμα τα φιλελεύθερα, δημοκρατικά και νεωτερικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης του 1821 αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος του ΚΕΦίΜ με θέμα: «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση».