ΑΠΟΨΕΙΣ

Μήπως, τελικά, είμαστε όλα όσα δεν ξεχνάμε;

Στην έναρξη της ταινίας «Μήλα» του Χρήστου Νίκου, ακούγεται ένας ρυθμικός χτύπος. Στον ήχο του αλλάζει το πλάνο. Ενας μοναχικός άντρας σε ένα σιωπηλό σπίτι. Σύντομα διαπιστώνουμε ότι είναι ο γδούπος, σιγανός και ελεγχόμενος, του μετώπου του, που χτυπάει στον τοίχο. Σαν να προσπαθεί να ανακαλέσει στη μνήμη αυτό που έχει ξεχάσει ή το εντελώς αντίθετο: να σταματήσει να θυμάται ό,τι δεν αντέχει. 

Μια αναπάντεχη επιδημία είναι –κι εδώ– καταλύτης εξελίξεων. Ενας ιός που προκαλεί ξαφνική αμνησία στους ανθρώπους. Ανοίγουν την πόρτα του σπιτιού τους, βγαίνουν στον δρόμο και αίφνης δεν γνωρίζουν ούτε ποιοι είναι, ούτε πού πάνε, ούτε από πού έρχονται. Ο Αρης, έτσι ονομάζεται ο πρωταγωνιστής (Αρης Σερβετάλης), γύρω στα 40, μπαίνει στο λεωφορείο και όταν φτάνει στο τέρμα της διαδρομής αγνοεί γιατί επιβιβάστηκε και ποιος είναι ο προορισμός του. Οδηγείται σε ένα ειδικό νοσοκομείο και ακολουθεί ένα πρόγραμμα αποκατάστασης που έχει ειδικά σχεδιαστεί για να χτίσει ένας αμνησιακός μια καινούργια ζωή. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει καθημερινές αποστολές που είναι ηχογραφημένες από τους γιατρούς του. Μετά την ολοκλήρωση κάθε αποστολής, ο Αρης βγάζει μια φωτογραφία πολαρόιντ ως αποδεικτικό στοιχείο. Ενα παράδοξο άλμπουμ δημιουργείται, με αυτόν τον τρόπο, σιγά σιγά. 

Η ταινία, που απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές από τον διεθνή Τύπο, προβλήθηκε τον Σεπτέμβριο στη βενετσιάνικη Μόστρα και περιλαμβάνεται στο διαγωνιστικό πρόγραμμα του 61ου Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (5-15 Νοεμβρίου). «Πόσο επιλεκτική είναι η μνήμη μας;», αναρωτιέται ο σκηνοθέτης. «Θυμόμαστε αυτά που ζούμε ή αυτά που επιλέγουμε να θυμόμαστε; Μπορούμε να ξεχάσουμε αυτά που μας πληγώνουν; Μήπως τελικά είμαστε όλα όσα δεν ξεχνάμε;». 

Η επιδημία στην ταινία αλλάζει –κι αυτή– την καθημερινότητα των ηρώων. Την κάνει αλλόκοτη. Δεν είναι μόνο τα χρηστικά αντικείμενα, τα οποία ενώ παραμένουν ίδια αποκτούν διαφορετική σημασία. Οχι γιατί δεν θυμάται ο ήρωας να τα ονοματίσει, αλλά γιατί, καθώς μπερδεύονται στο μυαλό του τα αυτονόητα, ό,τι μέχρι τώρα προσπερνούσε ως δεδομένο η απώλειά του το καθιστά από ασήμαντο σημαντικό. Οι άνθρωποι δεν θυμούνται αν ξέρουν να οδηγούν ένα αυτοκίνητο ή αν έχουν, καν, αυτοκίνητο. Είναι μόνοι στον κόσμο ή έχουν ένα περιβάλλον στο οποίο κανείς δεν θυμάται; Στο νοσοκομείο μια γιατρός συστήνεται ως υπεύθυνη «για τους ανθρώπους που δεν τους αναζητά κάποιος. Ισως να έχουν ξεχάσει κι αυτοί». Αναλαμβάνει να τους βοηθήσει να κάνουν μια καινούργια αρχή. «Εχουμε ένα πρόγραμμα “Εκμάθησης ζωής” που μπορεί να σε βοηθήσει να αποκτήσεις νέες εμπειρίες και αναμνήσεις, “νέα ταυτότητα”», λέει στον Αρη. 

Είναι, άραγε, αυτό εφικτό; Η «νέα ταυτότητα» είναι ένας «άλλος άνθρωπος» ή ο ίδιος χωρίς τη συνέχεια που συνέθετε την ύπαρξή του; Αμα χαθεί η ροή των κινήσεων, των συναντήσεων, η αλληλουχία των πράξεων ή παραλείψεων που δίνει στην κάθε μέρα υπόσταση, τη γεμίζει από ικανοποίηση, άγχος, δυσφορία ή αδιαφορία, τι απομένει; Ποιο είναι το συναίσθημα που αποτυπώνεται σε μια πολαρόιντ, από έναν αμνησιακό άνθρωπο που βουτάει, κατά παραγγελία, σε μια πισίνα ή κάνει μερικούς κύκλους με ένα ποδήλατο; Πίσω από την απώλεια της μνήμης του κεντρικού ήρωα κρύβεται ένα τραύμα. Δεν είναι συλλογικό, είναι προσωπικό και μόνο όταν το αποδεχθεί και το αντιμετωπίσει η γύρω του πραγματικότητα παύει να είναι άχρονη, ουδέτερη, αδιάφορη. 

Η επιδημία στα «Μήλα» είναι επινοημένη. Σεναριακό εύρημα. Οπως θα μας φαινόταν και ο κορωνοϊός αν βλέπαμε στην οθόνη ανθρώπους να κυκλοφορούν με μάσκες στο πρόσωπο, να αποφεύγουν ο ένας τον άλλον, να πεθαίνουν στα νοσοκομεία κατά χιλιάδες, αν βλέπαμε πόλεις που μοιάζουν ακατοίκητες. Οτιδήποτε πλήττει την ύπαρξη πυρηνικά, είτε «επιτίθεται» στη μνήμη είτε στην αναπνοή, βιώνεται ως απώλεια. Πλήττει τα κοινωνικά κύτταρα, τη συνοχή. Οι θάνατοι, εικονικοί ή πραγματικοί, υφίστανται, επιδρούν, αλληλεπιδρούν, διαμορφώνουν. Είναι απόντες/παρόντες.

Στο μυθιστόρημά του «Είμαι όσα έχω ξεχάσει», ο Ηλίας Μαγκλίνης γράφει: «Τις νύχτες […] σκέφτομαι ότι όπως κάποια αστέρια έπαψαν πεθαίνοντας να αποτελούνται από ύλη, έτσι και οι νεκροί έχουν πάψει να αποτελούνται από σάρκα, αίμα, μυς, οστά, κι ωστόσο η απουσία τους, οριστική, καθολική, αμετάκλητη, είναι συχνά μια συγκαλυμμένη παρουσία…».