ΑΠΟΨΕΙΣ

Η μνήμη δεν γκρεμίζεται

Δύο ρωγμές κάθετες και βαθιές. Σαν μαχαιριές. Ξεκινούν από το σημείο όπου ο τοίχος της πρόσοψης συναντά τη στέγη και φτάνουν σχεδόν μέχρι το έδαφος. Οι φωτογραφίες που έφτασαν στο κινητό μου δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας: το σπίτι μας, το πατρικό της γιαγιάς της Στάσας και του πατέρα μου, λαβώθηκε βαριά από τον σεισμό της περασμένης Παρασκευής στη Σάμο. Και η γειτονιά γύρω του σαν βομβαρδισμένη. Το Ανω Βαθύ –το Πάν’ Βαθύ, όπως το λέμε οι Σαμιώτες– ουσιαστικά δεν υπάρχει πια. 
Ηχοι, μυρωδιές και εικόνες πλημμυρίζουν το μυαλό μου από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, από την εποχή κατά την οποία τα στενά πλακόστρωτα δρομάκια του ήταν ακόμα γεμάτα ζωή και τα σπίτια του πραγματικά σπιτικά. Γιατί ο σεισμός ήρθε απλώς να δώσει τη χαριστική βολή. Η ερήμωση αυτού του πανέμορφου παραδοσιακού οικισμού είχε ξεκινήσει εδώ και χρόνια. 

Ευτυχώς, όμως, κάποιοι έχουμε την ευλογία –και παρηγοριά– των αναμνήσεων. Θυμόμαστε τις γυναίκες που έβγαιναν στα κατώφλια τους κάθε σούρουπο με τα κεντήματά τους: τραπεζομάντιλα και σεμέν γεμάτα πολύχρωμα λουλούδια· τα ανθάκια με φουσκοβελονιά, τα κλαδάκια με ριζοβελονιά, οι κλωστές μουλινέ και κοτόν περλέ. Τους άντρες που την ίδια ώρα ανηφόριζαν για μερικές παρτίδες πρέφας και τάβλι στα καφενεία στο Γεφυράκι. Τον κυρ Μιλτιάδη που έφερνε πάγο για τις οικιακές παγωνιέρες με το τρίκυκλό του. Τον Εξαρχο που περνούσε τα απογεύματα για να πουλήσει το γάλα, τα γιαούρτια και τα ρυζόγαλά του. Τον διαπεραστικό ήχο της πριονοκορδέλας από το ξυλουργείο του μαστρο-Σταμάτη. Τον κύριο Νίκο, πρόσφυγα από τη Μικρά Ασία, που άκουγε στη διαπασών αμανέδες από τουρκικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Τους κρυμμένους θησαυρούς στο μπακάλικο/ψιλικατζίδικο/κατάστημα νεωτερισμών της Μαρίας της Σπαθαριάς. Τους πραματευτάδες με τα είδη προικός. Τους πλανόδιους μανάβηδες που μας ξυπνούσαν από τα χαράματα («η ζαχαρένια ντομάτα, η μπάμια, η μελιτζάνα»). Τις ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα της Κοινότητας. Εμάς, τα παιδιά, σμάρι σωστό, που τρέχαμε στα σοκάκια και στις σούδες ώς αργά το βράδυ, παίζοντας μέχρι τελικής πτώσης. 

Ενας κόμπος ανεβαίνει στον λαιμό μου. Το βλέμμα θολώνει. Κι έπειτα σκέφτομαι τα δύο παιδιά. Την Κλαίρη και τον Αρη, αγκαλιά κάτω από τα χαλάσματα. Σκουπίζω τα δάκρυά μου. «Ο αληθινός τάφος των νεκρών είναι οι καρδιές των ζωντανών», είχε γράψει ο Τάκιτος, ένας από τους σημαντικότερους Λατίνους ιστορικούς. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους δύο αδικοχαμένους έφηβους, που θα «ζουν» όσο θα είναι εν ζωή οι άνθρωποι που τους αγάπησαν. Ισχύει και για αυτό το κομμάτι του νησιού μας, θέατρο τόσων γεγονότων και γυρισμάτων της Ιστορίας της Σάμου και της χώρας. 

Τα ντουβάρια των περισσότερων σπιτιών του μπορεί να έπεσαν, αλλά το Ανω Βαθύ της μνήμης, συλλογικής και προσωπικής, κανένας σεισμός δεν μπορεί να το γκρεμίσει.