ΑΠΟΨΕΙΣ

Εγκλωβισμένοι στον επαρχιωτισμό μας

Πριν από 40 χρόνια, όταν πήγα για σπουδές στη Βρετανία, το πανεπιστήμιό μου –ένα campus έξω από το Λονδίνο– είχε δική του μικρή «αστυνομική δύναμη» και η είσοδος και η κυκλοφορία σου στα κτίρια δεν επιτρεπόταν, θεωρητικά, εάν δεν είχες τη φοιτητική σου ταυτότητα. Λέω θεωρητικά διότι, υπό κανονικές συνθήκες, δεν ζητούσε κανείς να τη δει, παρά εάν για κάποιο λόγο έμοιαζες ύποπτος ή εάν ήθελες να δανειστείς κάποιο βιβλίο από τη βιβλιοθήκη.

Η «αστυνομική δύναμη» του πανεπιστημίου αποτελούνταν από καμιά δεκαριά μεσόκοπους με γκρι στολή και καπέλο, οι οποίοι, φυσικά, δεν οπλοφορούσαν, είχαν πάνω τους κρεμασμένο από μια αλυσίδα ένα πασπαρτού που άνοιγε όλες τις πόρτες και έναν φορητό ασύρματο (γουόκι τόκι) με τον οποίο μιλούσαν με το κέντρο. Παρενέβαιναν μόνο αν έβλεπαν κάτι παράνομο και, αν δεν μπορούσαν να βρουν οι ίδιοι λύση, καλούσαν την τοπική αστυνομία.

Ωστόσο, το να καταλάβει το πανεπιστήμιο, να επιτεθεί κάποιος φραστικά σε έναν καθηγητή ή να γράψει συνθήματα στους τοίχους του ιδρύματος ήταν σχεδόν απίθανο – αν και οι εποχές ήταν δύσκολες στη Βρετανία επί Μάργκαρετ Θάτσερ. Για εμάς ιδιαίτερα, τους Ελληνες φοιτητές, που αισθανόμασταν φιλοξενούμενοι σε μια ξένη χώρα, ήταν μάλλον ανήκουστο. Πρώτον, γιατί τα κτίρια του πανεπιστημίου ήσαν πεντακάθαρα –αισθανόσουν παράξενα ακόμη και να πετάξεις ένα κομμάτι χαρτί στο πάτωμα και όχι στο καλάθι των αχρήστων–, ενώ οι αφισοκολλήσεις γίνονταν σε συγκεκριμένο χώρο και όχι όπου ήθελε ο καθένας. Δεύτερον, γιατί η σοβαρότητα και η οργάνωση του πανεπιστημίου, αλλά και η πειθαρχία στην οποία σε υπέβαλλε μέσα από τις καθημερινές υποχρεωτικές παρουσίες στις παραδόσεις και τις συνεχείς εργασίες, σε οδηγούσαν αναγκαστικά να είσαι παρών και να δουλεύεις συστηματικά για να περάσεις στις εξετάσεις σου – όποιος δεν έπαιρνε προβιβάσιμο βαθμό είχε ακόμη μία ευκαιρία να δώσει το μάθημα. Αν δεν τα κατάφερνε με τη δεύτερη, πήγαινε σπίτι του. Αιώνιοι φοιτητές δεν υπήρχαν και οι «χαβαλέδες» δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές. Βέβαια, τα βρετανικά πανεπιστήμια, αν και δημόσια, είχαν σημαντικά δίδακτρα (1.500 λίρες τον χρόνο τότε, όταν το μηνιαίο φοιτητικό συνάλλαγμα από την Ελλάδα ήταν περίπου 200 λίρες). Οι Βρετανοί φοιτητές, αναλόγως με την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς τους, πλήρωναν τη φοίτηση από την τσέπη τους ή έπαιρναν κρατική επιχορήγηση.

Με λίγα λόγια, όλα τα ζητήματα, τα οποία εμείς στην Ελλάδα συνεχίζουμε σήμερα να συζητάμε, οι Βρετανοί (κι άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί) τα έχουν λύσει τουλάχιστον μισό αιώνα τώρα. Γι’ αυτό η χώρα συνεχίζει να προσφέρει υψηλού επιπέδου εκπαίδευση όλα αυτά τα χρόνια, προσελκύοντας εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές κάθε χρόνο απ’ όλο τον κόσμο, με τεράστιο όφελος για τον προϋπολογισμό της.

Δυστυχώς, στην Ελλάδα ακόμη και σήμερα παραμένουμε εγκλωβισμένοι στον επαρχιωτισμό μας και στις πολιτικές σκοπιμότητες των κομμάτων μας, που βρίσκονται κολλημένα στο χθες. Η φύλαξη του πανεπιστημίου από τους εξωσχολικούς εισβολείς είναι ζητούμενο, η είσοδος των φοιτητών στα πανεπιστημιακά κτίρια με ταυτότητα θεωρείται ιεροσυλία και το να χτίζεις τους καθηγητές μέσα στα γραφεία τους ή να ταπεινώνεις έναν πρύτανη δεν τιμωρείται με αυτόματη αποβολή διά παντός από τα πανεπιστημιακά έδρανα.

Και βέβαια, ο φοιτητής που δούλεψε σκληρά για να μπει στο πανεπιστήμιο αισθάνεται ότι τον κοροϊδεύουν όταν στα περισσότερα ιδρύματα δεν μπορεί να παρακολουθεί τις παραδόσεις διότι οι αίθουσες δεν επαρκούν ή επειδή βλέπει ότι συμφοιτητές που είχαν μικρότερες επιδόσεις από αυτόν παίρνουν μετεγγραφές και κάθονται στη διπλανή του θέση. Χάνει επίσης την εμπιστοσύνη του προς το πανεπιστήμιο όταν βλέπει καθηγητές να διορίζουν συγγενείς τους ή ακαδημαϊκές έδρες να περνούν από τη μια γενιά στην άλλη κληρονομικώ δικαίω. 

Με λίγα λόγια, η ελληνική πολιτεία αντιμετωπίζει το πανεπιστήμιο με την ίδια προχειρότητα και θεσμική ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται τα περισσότερα ζητήματα στην Ελλάδα από το επίσημο κράτος, τα πολιτικά κόμματα ή τα μέσα ενημέρωσης. Και όσο δεν υπάρχει μια κυβέρνηση η οποία να καταφέρει να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που να εξυψώνουν το ελληνικό πανεπιστήμιο έτσι ώστε να εμπνέει σεβασμό στους φοιτητές, στους καθηγητές και στην ελληνική κοινωνία, θα είμαστε και στον τομέα αυτό άξιοι της μοίρας μας.