ΑΠΟΨΕΙΣ

Σε ζωντανή σύνδεση

«Δεν μπορείς να πλησιάσεις την αλήθεια αν δεν είσαι εκεί». Το «εκεί» του Ρόμπερτ Φισκ είναι το μέρος όπου συμβαίνουν τα γεγονότα. Ο βετεράνος, ακαταπόνητος και «ατρόμητος» (όπως τον χαρακτηρίζουν στις νεκρολογίες) Βρετανός δημοσιογράφος, πολεμικός ανταποκριτής και αναλυτής στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, στη Βοσνία, στη Β. Ιρλανδία και αλλού, που πέθανε στα 74 χρόνια του πριν από λίγες ημέρες, περιγράφει τη συνθήκη εκείνη η οποία καθόριζε το επάγγελμα. Με την οικονομική κρίση, τη συρρίκνωση του αναγνωστικού κοινού και την κατάρρευση πολλών εκδοτικών συγκροτημάτων, η δυνατότητα αποστολών για την «κάλυψη θεμάτων» αλλού περιορίστηκε δραματικά, αλλού έγινε παρελθόν. Στην Ελλάδα ήταν ιδιαιτέρως αισθητό το κενό. Οπως αισθητή ήταν και η μικρή ανάσα από την πρόσκαιρη αναπλήρωσή του με τις αμερικανικές εκλογές. Απεσταλμένοι από τηλεοπτικούς σταθμούς έφθασαν στην Ουάσιγκτον για να καλύψουν όχι απλώς «εκλογές» αλλά ένα πολιτικό φαινόμενο που αφορά και επηρεάζει τη ζωή σε όλον τον πλανήτη. Ιστορία, εν τη γενέσει και εν εξελίξει. 

Μπορεί ο διαδικτυωμένος κόσμος μας, η τεχνολογία και τα social media να μεταφέρουν μέσα σε δευτερόλεπτα τα τεκταινόμενα. Η ζωντανή παρουσία του ρεπόρτερ όμως, που «είναι εκεί» και τα μεταδίδει, δεν υποκαθίσταται. Η ηλεκτρονική αποτύπωση, ακόμη κι αν η εικόνα «τρέχει» σε πραγματικό χρόνο, δεν έχει ούτε το κύρος ούτε την αμεσότητα του βλέμματος που καταγράφει και επεξεργάζεται την ίδια στιγμή. Δεν πρόκειται για νοσταλγία ούτε για θρήνο του απολεσθέντος «ιερού δισκοπότηρου» της δημοσιογραφίας. Συνδέεται άμεσα όμως με την «αλήθεια», είναι ένα ανθεκτικό ακόμη επιχείρημα στη μάχη εναντίον των «ψευδών ειδήσεων». Ο ρεπόρτερ είναι στο πεδίο της όποιας μάχης, αντλεί την πληροφορία από την πηγή της. 

Στο ντοκιμαντέρ «Αυτό δεν είναι ταινία» του Γιουνγκ Τσανγκ, που προβλήθηκε πέρυσι, και ακολουθεί τον Ρόμπερτ Φισκ στη διαδρομή της ζωής του, η σύγκριση ανάμεσα στο επάγγελμα που ο ίδιος ασκούσε και σε ό,τι έχει απομείνει σήμερα είναι καθοριστική. Μιλούσε συχνά για το «hotel journalism», θέλοντας να καυτηριάσει τους δημοσιογράφους που δεν εκτίθενται στον κίνδυνο και σχολιάζουν τα γεγονότα εκ του ασφαλούς. «Αυτό που μπορούμε να κάνουμε εμείς οι δημοσιογράφοι», έλεγε, «είναι να γράφουμε για όσα βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια, να αφήσουμε μια άμεση και συναισθηματική καταγραφή για όσους δεν έχουν γεννηθεί ώστε να μην πει κανείς ότι “αυτό δεν συνέβη”, να μην πει κανείς “δεν το ξέραμε γιατί κανείς δεν μας το είπε”».

Μια ολόκληρη εποχή του Τύπου αλλάζει, άλλοτε ακολουθώντας και συχνά προκαλώντας τη βοή των γεγονότων. Με τις αμερικανικές εκλογές, όμως, θυμηθήκαμε και πάλι τις πολλαπλές «ζωντανές συνδέσεις» που δίνουν στον θεατή –και στον αναγνώστη σε διαφορετική κλίμακα– τη δυνατότητα να συνθέσει. Να αντιληφθεί κριτικά, να μπορέσει να κινηθεί ανάμεσα στο «σωστό» και στο «λάθος», να αφιερώσει λίγο περισσότερο χρόνο στην κατανόηση ενός θέματος και όχι στη «μονταρισμένη» πραγματικότητα. 

«Νιώθω πιο οργισμένος τώρα απ’ ό,τι παλιά και ο λόγος δεν νομίζω ότι είναι πως μεγάλωσα», συνοψίζει σε έναν εξομολογητικό, ειλικρινή, απολογισμό, στο τέλος του ντοκιμαντέρ, ο Ρόμπερτ Φισκ («Κ» 24/05/2020). «Ο λόγος είναι, νομίζω, ότι βρήκα πως δεν αλλάξαμε τίποτα. Οσο και να κατηγορούμε τους κακούς. Δεν νομίζω ότι έχει μεγάλο αποτέλεσμα. Είναι υπεροπτικό για κάθε δημοσιογράφο να νομίζει ότι θα αλλάξει τον κόσμο ή την πορεία ενός πολέμου. Σου αρέσει να πιστεύεις ότι κάποιες φορές θα ανάψεις τον φάρο (…). Οταν προσπαθείς να πεις την αλήθεια, μερικές φορές τα βασανιστήρια σταματούν ή το κελί των καταδικασμένων ανοίγει. Μπορεί να βοηθήσαμε κάποιες φορές, όμως αυτά που γράφουμε δεν κάνουν καμία απολύτως διαφορά». Αν μείνουμε στη φράση αυτή, το αίσθημα της ματαιότητας μπορεί να αναχαιτίσει κάθε απόπειρα και για την ελάχιστη, έστω, προσπάθεια να μετατοπίσει κανείς τα δεδομένα. Ομως ο Φισκ επιστρέφει για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους: «Οσο σωστά, όσο ειλικρινά κι αν τα λες, όσο οργισμένα κι αν γράφεις, δεν θα κερδίσεις ποτέ. Αλλά θα χάσεις αν δεν συνεχίσεις να αγωνίζεσαι».

Κάπως έτσι. Οσοι και όσο ασκούμε αυτό το επάγγελμα πρέπει να επιδιώκουμε να «είμαστε εκεί». Στο «θέμα». Ακόμη και να μην τα καταφέρουμε, δεν θα έχουμε εγκαταλείψει την προσπάθεια.