ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

Ως μία από τις εφεδρικές μάσκες του Αλέξη Τσίπρα, ο Παύλος Πολάκης είναι ο ιδανικός αντιπερισπασμός όταν αδυνατεί να δείξει πρόσωπο ευθύνης.

Το κατά δύναμιν

Ενώ η χώρα βρίσκεται για δεύτερη φορά σε καραντίνα, ο Αλέξης Τσίπρας περιορίζει τη συμβολή του στην αντιμετώπιση του κορωνοϊού σε μερικές γενικόλογες παρατηρήσεις νυσταλέου γέροντα προς την κυβέρνηση. Καλά κάνει και τις προσφέρει, εφόσον δεν μπορεί να κάνει κάτι καλύτερο. Ενας πολιτικός αρχηγός με περισσότερη όρεξη και ικανότητα, βέβαια, θα φρόντιζε τουλάχιστον να εκπονήσει ένα εναλλακτικό σχέδιο. Θα σχημάτιζε μια ομάδα ειδικών –κανονικών, όχι κατά φαντασίαν– και με πολιτική κι επιστημονική σοβαρότητα θα επεσήμαινε μία μία τις κυβερνητικές ανεπάρκειες, για να παρουσιάσει έπειτα αναλυτικά ένα πλάνο διαχείρισης της πανδημίας ανώτερο από αυτό που κατακρίνει. Αντ’ αυτού, ο Αλέξης Τσίπρας έχει να παρουσιάσει τον Παύλο Πολάκη.

Ο πολάκειος ναρκισσισμός

Ο Παύλος Πολάκης, αψηφώντας τα μέτρα προστασίας από τον κορωνοϊό, δεν αμφισβητεί ακριβώς την πανδημία. Απλώς θέτει εαυτόν υπεράνω της περίστασης. Η δε επιλογή του να μας τρίψει την παραβίαση της καραντίνας στη μούρη έρχεται προς επίρρωση της ήδη γνωστής ανάγκης του για προβολή με κάθε κόστος, κατά το ναρκισσιστικό πρότυπο που με χαρακτηριστική έλλειψη ντροπής λάξευσε πρώτος ο Βαρουφάκης. Το αντιεπιστημονικό επιχείρημα που επιστράτευσε για να δικαιολογήσει το φιλικό τραπέζωμα, ότι είχε κάνει τεστ και βγήκε αρνητικό (λες και το τεστ προστατεύει από κάθε μελλοντική συναναστροφή), είναι ενδεικτικό της αδιαφορίας του προς τη λογοδοσία, την απολογία και τη λογική γενικότερα. Για πολιτικούς σαν τον τέως αναπληρωτή υπουργό Υγείας σημασία έχουν το θέαμα, η μαγκιά και οι κορώνες. Η δημόσια υγεία και το κοινωνικό συμφέρον έχουν νόημα μόνο αν έχει να κερδίσει κάτι από αυτά. Εν προκειμένω δεν τον αφορούν καθόλου γιατί δεν κυβερνάει το κόμμα του.

Εκλεκτικές συγγένειες

Ο λόγος που ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας προσωπικά αποδέχονται τον Πολάκη σε όλο του το αντικοινωνικό μεγαλείο είναι ταυτοτικός. Ανάμεσα στο κόμμα και στον άτακτο πολιτικό που «τα λέει έξω από τα δόντια» υπάρχει μια σχέση σύμπτωσης και ομοιότητας. Κανείς δεν είναι καλύτερος ή χειρότερος από τον άλλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από την ακρότητα και την αναιδή περιφορά της· είναι ένα κόμμα αυτονομημένων αστειοτήτων. Δεν έχει κάποιο όραμα σοβαρότητας, ούτε φιλοδοξεί να αποκτήσει. Η ενότητά του εδράζεται στη συναίνεση επί της θρασύτητας του παραλογισμού, όπως αποδεικνύει η κάλυψη του Τσίπρα προς ένα προβεβλημένο στέλεχος που προκρίνει τα ομαδικά γλέντια ενώ κόσμος πεθαίνει από COVID-19. Γι’ αυτό και ο Πολάκης δεν ελέγχεται. Για την ακρίβεια, αν ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθήσει να τιθασεύσει τον Πολάκη, θα είναι σαν να αρνείται την ίδια του την ταυτότητα και το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων του.

Δώρον άδωρον

Θα έλεγε κανείς ότι η αδυναμία της αντιπολίτευσης να αντιπολιτευθεί την κυβέρνηση με μοντέρνους και υπεύθυνους όρους είναι ένα είδος δώρου για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στη βάρδια του οποίου έτυχε μια στραβή (όπως θα έλεγε και μια λαμπρή φιγούρα της Αριστεράς) παγκοσμίων διαστάσεων και αστάθμητου χαρακτήρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, επειδή γνωρίζει ότι δεν θα του συγχωρεθεί αν εν μέσω υγειονομικής κρίσης παίξει ευθέως τα παραδοσιακά χαρτιά του, αυτά της διχαστικότητας και της συνωμοσιολογίας, είναι ουσιαστικά απών από το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Ως εκ τούτου, η Νέα Δημοκρατία έχει την πολυτέλεια να κάνει διαρκώς λάθη και να βγαίνει αλώβητη. Δυστυχώς, ελλείψει αντιπάλου, προσκρούει στις δικές της αδυναμίες.

Του βασιλιά γενιά

Η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη πως γνωρίζει ότι υπάρχουν άνθρωποι εξαρτημένοι από τον μισθό τους δεν προέκυψε εκ παραδρομής. Δεν ήταν απλώς κακή διατύπωση μιας άποψης που έχει διαφορετικό νόημα από αυτό που ακούστηκε. Ηταν αυτό ακριβώς που καταλάβαμε. Χωρίς κακή πρόθεση, αλλά και χωρίς κανένα τακτ, ο πρωθυπουργός ξέχασε ότι είναι πρωθυπουργός και μίλησε σαν τον άνθρωπο πίσω από τον τίτλο. Δηλαδή, ως ένας εύπορος και προνομιούχος πολίτης που αντιμετωπίζει με έκπληξη το γεγονός ότι οι υπόλοιποι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να δουλέψουν για να ζήσουν. Για έναν άνθρωπο με το στάτους και τον κύκλο του Κυριάκου Μητσοτάκη, το να είναι ο μισθός σου το μοναδικό σου έσοδο είναι πράγματι μια αξιοπερίεργη, λυπηρή κατάσταση. Ενα φαινόμενο πέραν της δικής του κανονικότητας. Ομως, αυτός που αντιλαμβάνεται ως εξάρτηση μια δεδομένη κι αυτονόητη πραγματικότητα για τη συντριπτική πλειονότητα, έχει προφανώς πολύ μικρή σχέση με την πραγματικότητα αυτή. Κι αν αυτό το είδος ασχετοσύνης συγχωρείται σε όσους έχουν την πολυτέλεια να τη φέρουν (ο πλούτος και η αλαζονεία ευτυχώς δεν ποινικοποιούνται), σίγουρα δεν συγχωρείται στον πρωθυπουργό, του οποίου η δουλειά είναι να εκπροσωπεί –και άρα να κατανοεί και σε υπαρξιακό επίπεδο– τους πάντες.

Προβλήματα συνδεσιμότητας

Με την ίδια ελαφρότητα και με ένα ελαφρύ χάχανο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε σχετικά με την ανάγκη λήψης μέτρων για τα μέσα μαζικής μεταφοράς ότι «δεν μπορούμε να γεννήσουμε λεωφορεία από το πουθενά». Κι εδώ, όπως και προηγουμένως, το ταξικό χάσμα που τον χωρίζει από τα πολύ απτά προβλήματα των πολιτών εκτός του πεδίου της κοινωνικής του εμπειρίας τον οδηγεί σε μια αντιπαραγωγική μορφή κυνισμού, επιζήμια για όλους: για την υγεία των ανθρώπων που δυστυχώς είναι εξαρτημένοι από τις συγκοινωνίες, αλλά και για τη σχέση του ίδιου του πρωθυπουργού με τους πολίτες. Μερικές φορές, τα πολιτικά προβλήματα είναι προβλήματα επαφής. Ο Πολάκης δεν θα είναι πάντα το μέτρο σύγκρισης χάρη στο οποίο θα δικαιώνονται όλοι οι υπόλοιποι. Δεν αρκεί να είσαι απλώς καλύτερος από τον κακό.