ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

Η τελευταία περφόρμανς του Γιάνη Βαρουφάκη, «Το Αγοράκι με τα Σπίρτα», μοιάζει με διασκευή χιλιοπαιγμένου έργου που κανείς δεν ζήτησε.

Παράσταση σε επανάληψη

Η υστερία που παρακολουθήσαμε τις τελευταίες μέρες με αφορμή την απαγόρευση των συναθροίσεων ήταν ένα επώδυνα προβλέψιμο παιχνίδι ρόλων που έχουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν. Ενα αναγκαίο και ολιγοήμερο μέτρο για την προστασία της δημόσιας υγείας μετατράπηκε σε πεντανόστιμο βούτυρο για το ψωμί όσων η πολιτική θέση συνοψίζεται στην ασταμάτητη καταγγελία του φασισμού, κυρίως του ανύπαρκτου. Και για μία ακόμη φορά αποδείχθηκε ότι στην Ελλάδα η ουσία των πραγμάτων μάς ενδιαφέρει ελάχιστα. Πρωτεύοντα ρόλο σε κάθε είδος κρίσης έχει η φαντασία, η οποία άλλωστε παράγει και κρίσεις εκ του μηδενός. Μαζί με καλούς, κακούς, ήρωες, τέρατα, θύματα, μεγάλα λόγια και τα γνωστά συμπληρώματα των ευπώλητων παραμυθιών.

Νομικισμός και αγκιτάτσια

Η αρχή στη δραματοποίηση του μέτρου έγινε από νομικούς της δημόσιας σφαίρας, κυρίως εκείνους χωρίς τη σχετική κατάρτιση, που επιφύλαξαν στο Σύνταγμα την ερμηνεία που θα τους έκανε πιο δημοφιλείς στους εραστές των χουντικών φαντασιώσεων. Πρόκειται για εξαιρετικά ευεπίφορο κοινό στις κινδυνολογικές θεωρητικές ενατενίσεις, επομένως μιλάμε για εύκολο στόχο. Ετσι, το μέτρο της κυβέρνησης κρίθηκε αντισυνταγματικό με συνοπτικές διαδικασίες και με πολύ στόμφο, και ο κόσμος στα κοινωνικά δίκτυα κατελήφθη από αντιμνημονιακής υφής επαναστατικό οίστρο. Μέσα σε λίγες ώρες, η ανάγκη να αποτραπούν εστίες υπερμετάδοσης του κορωνοϊού εμπεδώθηκε ως καμουφλαρισμένος φασισμός μιας απολυταρχικής κυβέρνησης, κατά το παλιό καλό σκεπτικό που βλέπει το τέλος της δημοκρατίας σε κάθε περιορισμό δικαιώματος. Οταν το ΣτΕ διέψευσε τους ισχυρισμούς περί αντισυνταγματικότητας, το κακό είχε ήδη γίνει. Μια μεγάλη μερίδα κόσμου είχε ξεχάσει την πανδημία, επιλέγοντας να πιστέψει ότι οι συναθροίσεις απαγορεύτηκαν επειδή ο Μητσοτάκης δεν θέλει να γιορτάσουμε το Πολυτεχνείο. Στην ερώτηση «τι έχει να κερδίσει από αυτό;» η απάντηση είναι εύκολη: προφανώς είναι εχθρός της ελευθερίας μας και θέλει το κακό μας. Κερδίζει όταν υποφέρουμε.

Ντόμινο επαναστατικής βλακείας

Τη μόδα του αντιστασιακού ντελίριου ακολούθησαν παρατάξεις της αντιπολίτευσης –αφήνοντας για λίγο στην άκρη την κοινωνική τους υπευθυνότητα για χάρη του πρόσκαιρου επικοινωνιακού συμφέροντος–, ΜΚΟ όπως η Διεθνής Αμνηστία, η οποία, όχι και τόσο διακριτικά, κατήγγειλε το μέτρο με τον θολωμένο δογματισμό ανεπίσημης συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα ενημέρωσης, καλλιτέχνες, περσόνες κι ένα σωρό ακόμη φωνές με ένα βασικό κοινό σημείο: την ανάγκη να υποδυθούν τον ρόλο του καλού. Κι ενώ, γενικώς, δεν είναι καθόλου μεμπτό να θέλουμε να βρισκόμαστε στη μεριά του σωστού και δίκαιου, είναι κάπως προβληματικό να επιτρέπουμε στην ανάγκη αυτή να γίνεται παθολογική, σε βαθμό που να αρνείται την πραγματικότητα ή να τη δυσχεραίνει επίτηδες. Αυτός που δεν βλέπει τη μεγάλη εικόνα δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός. Είναι εκτός θέματος.

Τίποτα δεν άλλαξε

Ηδη από τα μνημονιακά χρόνια, στην ταραγμένη ελληνική κοινωνία που έψαχνε διαρκώς τρόπους να αποσυμπιέσει τον θυμό της, η τάση της αυθαίρετης διαστολής εννοιών είχε αποκτήσει ισχυρό έρεισμα. Μες στον γενικότερο αναβρασμό, η υπερβολή κανονικοποιήθηκε και συγχωρέθηκε. Και κάπως έτσι, φτάσαμε να ονομάζουμε φασισμό οτιδήποτε συνορεύει με το δυσάρεστο, επιτρέποντας σε όσους μεταχειρίζονται τα σύμβολα και τις βαρύγδουπες λέξεις χωρίς φειδώ να εξυπηρετούν ατζέντες και να διαμορφώνουν αντιλήψεις. Η απαγόρευση των συναθροίσεων ξεπάγωσε αυτή την τάση, που όσο κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ είχε μπει πονηρά στο ψυγείο, και την έβγαλε ξανά στους δρόμους, κυριολεκτικούς και μεταφορικούς. Το ξέσπασμα των τελευταίων ημερών ήταν η αταβιστική εκδήλωση μιας νοσηρής νοοτροπίας που δεν θεραπεύτηκε ποτέ. Η επίκληση του φασισμού, μέσα από το ξεχείλωμα νομικών και ηθικών κατασκευών, με σκοπό την εκτόνωση, την προπαγάνδα και το θέατρο.

Ιστορικώς ζηλόφθονες

Ενα από τα κληροδοτήματα του Πολυτεχνείου είναι το αίσθημα μειονεξίας εκείνων που δεν το έζησαν. Ενώ κανείς θα έλεγε ότι η ίδια η ελευθερία αποτελεί το μεγαλύτερο και επαρκέστερο δώρο που θα μπορούσαν ποτέ να ζητήσουν οι επίγονοί του, αυτοί, αντιθέτως, δείχνουν ανήμποροι να βιώσουν το προνόμιό τους ορθολογικά. Αυτό που θέλουν είναι να νιώσουν το δράμα από πρώτο χέρι, οποιοδήποτε δράμα για να είμαστε ειλικρινείς, αρκεί να αντιστοιχεί αφηγηματικά «στης γενιάς τους τα Πολυτεχνεία». Ακόμη και το σύνθημα προδίδει μια αγωνία ταύτισης άνευ αντικειμένου. Πρόκειται για μια κατάσταση ζήλιας και ανοησίας. Μοντέρνοι «ήρωες» επινοούν τον ηρωισμό τους πατώντας τσαπατσούλικα πάνω σε μια ιστορία την οποία πασχίζουν με κάθε τρόπο να οικειοποιηθούν. Αντί να την τιμήσουν αξιοποιώντας την παρακαταθήκη της παραγωγικά.

Θέμα προτεραιοτήτων

Το γεγονός ότι στην παραβίαση της απαγόρευσης πρωτοστάτησε ο Βαρουφάκης, ως περιφερόμενο εικαστικό δρώμενο σε καθεστώς ακραίου έρωτα με τον εαυτό του, είναι ενδεικτικό του ναρκισσιστικού χαρακτήρα που προσέλαβε ο φετινός εορτασμός της 17ης Νοέμβρη. Το νομικό σκέλος της απαγόρευσης των συναθροίσεων δεν ήταν ποτέ ο πραγματικός λόγος της εναντίωσης προς αυτήν. Ούτως ή άλλως, ακόμη και αμφιλεγόμενο να είναι το υπόβαθρο της απόφασης από συνταγματικής άποψης, η πανδημία, τα αυξανόμενα κρούσματα και η ανάγκη για επιβίωση αποτελούν υπέρτερες παραμέτρους, που καθιστούν τη συζήτηση ανούσια. Οταν ο κόσμος πεθαίνει από κορωνοϊό με ρυθμούς που κινδυνεύουν να γίνουν ανεξέλεγκτοι, η αποφυγή του συνωστισμού είναι η μόνη λογική επιλογή μέχρι να μην είναι απαραίτητη. Οτιδήποτε συσκοτίζει το ζητούμενο αυτό, όσο σημαντικό κι αν είναι, είναι δευτερεύον. Και όσοι αδυνατούν να ιεραρχήσουν σωστά τα προβλήματα μιας τέτοιας συγκυρίας είναι εξαιρετικά ύποπτοι.