ΑΠΟΨΕΙΣ

Εμβόλια μνήμης

Ετσι όπως αλλάζουν κάθε απόγευμα οι αριθμοί των νεκρών, των διασωληνωμένων και των κρουσμάτων, το αποτύπωμα που αφήνουν είναι μεν βαθύτατο, αποδεικνύεται όμως σχετικά ρηχό σε σύγκριση με το αποτύπωμα των αμέσως επόμενων. Αυτό δεν είναι ακίνδυνο. Σχηματίζει πάνω στην ψυχή μας ένα δέρμα προληπτικής αλυπίας ή και αναλγησίας. «Αφού θα έρθει, μοιραία, το χειρότερο, κι αμέσως έπειτα το χείριστο, θα συγκλονιστούμε –ή θα δηλώσουμε συγκλονισμένοι– στο τέλος. Οποτε έρθει». 

Σε χώρες με πολύ μεγάλο πληθυσμό, ο λογαριασμός χάνεται μετά τις πρώτες δεκάδες χιλιάδες νεκρών. Στην Ελλάδα, μετά τις πρώτες εκατοντάδες. Το «ψυχολογικό όριο των χιλίων» ακούγεται, δυστυχώς, σαν ευφημισμός. Πολύ φοβάμαι ότι δεν ήταν παρά σκέτο αριθμητικό όριο. Πολύ φοβάμαι επίσης ότι, εάν κάποια ελληνική εφημερίδα αντέγραφε το πρωτοσέλιδο των New York Times στις 24 Μαΐου (τα ονόματα χιλίων νεκρών υπό τον τίτλο «Δεν ήταν ονόματα σε κατάλογο, ήταν εμείς»), θα της καταλόγιζαν μακάβριο λαϊκισμό οι μισοί τουλάχιστον από όσους χειροκρότησαν συγκινημένοι την πρωτοβουλία του αμερικανικού φύλλου.

Και όμως. Ο λογαριασμός δεν χάνεται ποτέ. Γιατί κάποιοι άνθρωποι πεθαίνουν, χάνονται στ’ αλήθεια, κι όχι μονάχα πάνω σε κάποια ψυχρά κατάστιχα. Και κάποιοι άλλοι, περισσότεροι, γονείς και παιδιά, αδέρφια και ξαδέρφια, φίλοι γκαρδιακοί, μένουν πίσω για να θρηνούν. Να καταπίνουν το φαρμάκι της μνήμης για καιρό πολύ: ισόβια. Και να βασανίζονται από ερωτήματα δίχως απάντηση. Και από υποθέσεις που δεν πρόκειται να λάβουν ποτέ απάντηση: μήπως; αν; γιατί;

Εμβόλια ή εμφυτεύματα μνήμης δεν διαθέτει ακόμα η αγορά· προς το παρόν, παραμένουν υποθέσεις της επιστημονικής φαντασίας, λογοτεχνικής και κινηματογραφικής. Οποιος αντέχει να θυμάται, θυμάται. Οποιος αντέχει να φορτωθεί τις ευθύνες του, αυτές για παράδειγμα που του φόρτωσε η λαϊκή ψήφος, δεν τις αποποιείται, δεν αναζητεί μανιωδώς άλλοθι, σπαταλώντας εκεί το μισό μυαλό του ή και παραπάνω, και όχι στην εκπόνηση σχεδίων. Και δεν φοράει τη μάσκα έτσι που να καλύπτει και τα μάτια και τ’ αυτιά, όχι μόνο στόμα και ρουθούνια, ώστε να μη βλέπει και να μην ακούει. Ή, μάλλον, να βλέπει μόνο όσα ρόδινα ζωγραφίζει η φαντασία του, και να ακούει όσα βαυκαλιστικά τού υπαγορεύει η εσωτερική του φωνή. 

«Τα πάμε καλά. Δηλαδή, για να λέμε την αλήθεια, τα πάμε κακά. Αφού όμως κάποιοι άλλοι τα πάνε χειρότερα, οι Βέλγοι π.χ., συνεπάγεται ότι τα πάμε καλά». Οχι. Δεν αξίζουν στους νεκρούς μας τέτοιες σοφιστείες.