ΑΠΟΨΕΙΣ

Ένας πόλεμος μέσα στον πόλεμο

«Αυτό που ζούμε είναι πόλεμος», ήταν και παραμένει η κραυγή αγωνίας των γιατρών και νοσηλευτών που βρέθηκαν και βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης της πανδημίας στη Θεσσαλονίκη, η οποία επλήγη σκληρά από τον κορωνοϊό και εξακολουθεί να μετράει εκατοντάδες νέα κρούσματα καθημερινά. Και σ’ έναν πόλεμο (θα έπρεπε να) μας διακρίνουν η ομοψυχία, η ενότητα, ο παραγκωνισμός των όποιων επιμέρους διαφορών μπροστά στον κοινό σκοπό να κατατροπώσουμε τον εχθρό. 

Σε αυτό τον πόλεμο (όπως και σε πολλούς άλλους στο παρελθόν, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα) τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ακριβώς έτσι. Δεν έλειψαν και δεν λείπουν οι ομάδες που στην κρίση –σε κάθε κρίση– βλέπουν μια ευκαιρία, γόνιμο έδαφος να προωθήσουν την ατζέντα των δικών τους διεκδικήσεων και αξιώσεων πρωτίστως, προκρίνοντας, βεβαίως, ότι αυτό εξυπηρετεί και το κοινό καλό και ότι οι όποιες ενέργειές τους με αποκλειστικό κριτήριο αυτό αποφασίζονται. 

Είναι χαρακτηριστικά όσα συνέβησαν με επίκεντρο τους ιδιώτες γιατρούς, οι οποίοι δήλωσαν ότι επιθυμούν να συνδράμουν το ΕΣΥ είτε ως εργαζόμενοι, με βάση το πλαίσιο που προσδιόρισε η κυβέρνηση, είτε και εθελοντικά, χωρίς καθόλου αποζημίωση ορισμένοι από αυτούς. Το εγχείρημα δεν πήγε πολύ καλά. Πέρα από τις αδυναμίες του πολιτικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης να μεταφέρουν στην πράξη κάτι που ως ιδέα ακούγεται καλό, οι οποίες και σε αυτή την περίπτωση αναδείχθηκαν περίτρανα, ήταν και η δράση επιμέρους ομάδων, που προέταξαν αυτό που προσδιορίζουν ως δικό τους συμφέρον έναντι της ενίσχυσης του μετώπου της πανδημίας. 

Από τη μια, εκείνοι που σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία προέρχεται από ή αφορά τον ιδιωτικό τομέα βλέπουν «δούρειους ίππους» άλωσης του δημόσιου χαρακτήρα της Υγείας και δεν δέχονται τίποτε άλλο ως μέτρο ενίσχυσης εκτός από τις προσλήψεις. Ακόμα και την εθελοντική προσφορά συνταξιούχων γιατρών, που προσφέρονται να βοηθήσουν έστω και για λίγο, έστω και σε δευτερεύουσες, απλές ιατρικές πράξεις, την αντιμετωπίζουν ως εμπόδιο στην ανάδειξη της αναγκαιότητας για προσλήψεις και προσπάθεια να τρωθεί ο σχεδόν ιερός δημόσιος χαρακτήρας της Υγείας. (Η καθημερινή υποβάθμισή του, εν μέρει και εξαιτίας της κακοδαιμονίας του χαρακτηρισμού «δημόσιο» στην Ελλάδα, δεν ενοχλεί, δεν τους απασχολεί.)  

Από την άλλη, στη συγκεκριμένη κρίση αναδείχθηκε και μια άλλη υπερ-διεκδικητική ομάδα: αυτή ορισμένων ιδιωτών γιατρών, οι οποίοι δεν διαφωνούν με το προσκλητήριο να συνδράμουν το δημόσιο σύστημα υγείας, αξιοποιούν, όμως, τη συγκυρία για να αποκομίσουν τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη από αυτή. «Το κράτος έχει ανάγκη; Θα μας πληρώσει αδρά», είναι σαν να λένε, και προέβαλαν μια σειρά αξιώσεων για τις απολαβές που θα έπρεπε να έχουν από τη συστράτευση για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Οσους συναδέλφους τους έσπευσαν να ανταποκριθούν στην πρόσκληση ενδιαφέροντος, αποδεχόμενοι το πλαίσιο που η κυβέρνηση προσέφερε, και πολύ περισσότερο όσους ιδιώτες δήλωσαν ενδιαφέρον να συνδράμουν εθελοντικά, χωρίς απολαβές, τους αντιμετώπισαν ως εμπόδια στην εξασφάλιση υψηλότερων αντισταθμιστικών. Και κάπως έτσι, μια φαινομενικά καλή ιδέα σταμάτησε στον τοίχο της πραγματικότητας.