ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Ο πρεσβευτής της ελληνικής γλώσσας στη Μέση Ανατολή

o-presveytis-tis-ellinikis-glossas-sti-mesi-anatoli-561177340

Με την είδηση του θανάτου του Χαμπίμπ Λαβάντ, η σελίδα του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γέμισε μηνύματα από φίλους, αλλά κυρίως από αραβικής καταγωγής μαθητές του oι οποίοι τον αποχαιρετούσαν: «Καλό ταξίδι, κύριε καθηγητά», «Θα είσαι για πάντα ο διδάσκαλος του Ελληνισμού και της Ρωμιοσύνης» του έγραφαν στα ελληνικά. Και πράγματι, ο Λαβάντ, με καταγωγή από τη Συρία, αγάπησε και έκανε δεύτερη πατρίδα του τη χώρα μας και ήταν από τους πρεσβευτές του ελληνισμού στη Μέση Ανατολή.
Τον είχα γνωρίσει αρχές του 2016 στην Αθήνα, όταν προετοιμάζαμε ένα ντοκιμαντέρ για τον μητροπολίτη Παύλο, τον χαρισματικό Σύρο ο οποίος απήχθη μυστηριωδώς το 2013. Ο Λαβάντ ήταν προσωπικός του φίλος και από τους λίγους που είχαν λάβει την ημέρα της εξαφάνισής του μήνυμα από τον ίδιο. 

Από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μας ήταν πρόθυμος να μας βοηθήσει σε ό,τι χρειαζόμασταν και, πράγματι, λίγες εβδομάδες μετά ταξιδεύαμε μαζί για το μοναστήρι του Μπαλαμάντ, στα σύνορα Λιβάνου και Συρίας, εκεί όπου το 1996 είχε πρωτογνωρίσει τον Παύλο. 

O Παύλος ήταν τότε αρχιμανδρίτης και κοσμήτορας της θεολογικής σχολής του μοναστηριού και έψαχνε κάποιον που θα τον βοηθούσε να γίνει το όραμά του πραγματικότητα: να κάνει τα ελληνικά την επίσημη γλώσσα διδασκαλίας στο αραβόφωνο μοναστήρι. Ο αδελφός του, και νυν πατριάρχης Αντιοχείας, ήταν εκείνος που του είχε προτείνει τον Λαβάντ. Υπήρξε παλαιότερα, τη δεκαετία του ’70, δάσκαλός του και είχε καταφέρει να του μάθει ελληνικά με επιτυχία και σχετική ευκολία.

Οταν ο Παύλος τηλεφώνησε στον Λαβάντ και του είπε τα σχέδιά του, εκείνος αρχικά παραξενεύτηκε: «Θα έχουμε δηλαδή ένα είδος θεολογικής σχολής της Χάλκης στον Λίβανο;» τον είχε ρωτήσει τότε. Ναι, του είχε απαντήσει ο Παύλος. Δεν ήταν εύκολο εγχείρημα και υπήρχαν πολλοί που δεν το επιθυμούσαν, φοβούμενοι την «ελληνοποίηση» της σχολής· επιπλέον, ο Λαβάντ έπρεπε να πάρει και μια δύσκολη προσωπική απόφαση, να αφήσει πίσω στην Ελλάδα την οικογένειά του, τη γυναίκα του και τα δυο του αγόρια που υπεραγαπούσε και να μετακομίσει στο μοναστήρι. Οι δύο άνδρες όμως αποφάσισαν να το τολμήσουν. Οι μαθητές στην αρχή δυσκολεύθηκαν, αλλά η πρόοδός τους ήταν μεγάλη και γρήγορη. Ηδη από το δεύτερο έτος, άρχισαν να έρχονται ιεράρχες και καθηγητές των ελληνικών πανεπιστημίων οι οποίοι δίδασκαν στην ελληνική γλώσσα. Τα επόμενα χρόνια, εκατοντάδες μαθητές –οι οποίοι κατέχουν σήμερα σημαντικές θέσεις στα πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής– μίλησαν  άπταιστα ελληνικά και μπόρεσαν να σπουδάσουν, στα ελληνικά, Θεολογία.

Οταν, 20 χρόνια αργότερα, επέστρεψε μαζί μας στο Μπαλαμάντ ήταν συγκινημένος. Ηταν αργά το βράδυ όταν φτάσαμε στο πετρόχτιστο μοναστήρι, όμως με ενθουσιασμό ήθελε να μας ξεναγήσει παντού. Θυμάμαι είχε ζητήσει να μείνει στο ίδιο δωμάτιο όπου έμενε παλιά – όχι στα διαμερίσματα που είχαν οι καθηγητές, αλλά στις φοιτητικές εστίες. Τις επόμενες ημέρες, ήταν ο πρώτος στα γυρίσματα. Με χαμόγελο και διάθεση για καλαμπούρι ακόμη και όταν ξεκινούσαμε άγρια χαράματα. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως κάθε λίγο, κάποιος από τους παλιούς μαθητές του διέκοπτε το γύρισμα για να τον αγκαλιάσει και να μάθει τα νέα του. 

Στο ίδιο μοναστήρι είχε βρεθεί πρώτη φορά μικρό αγόρι. Γεννημένος στο Χαλέπι το 1940, οι γονείς του τον είχαν στείλει εκεί οικότροφο ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον για εκείνον. Από εκεί ταξίδεψε για την Ελλάδα, τελείωσε το σχολείο στην Πάτμο, αργότερα τη Θεολογική Σχολή και ελληνική φιλολογία στην Αθήνα. Αγάπησε βαθιά τη χώρα, τη γλώσσα, και αποφάσισε να μείνει εδώ διδάσκοντας ελληνικά στη Σχολή Ικάρων και στο διδασκαλείο ξένων γλωσσών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αργότερα, ως διαπιστευμένος μεταφραστής της πρεσβείας της Συρίας, ήταν παρών σε όλες τις επίσημες εκδηλώσεις του κράτους, αλλά και σε οποιαδήποτε δύσκολη ελληνική αποστολή στο εξωτερικό όπου χρειαζόταν μετάφραση από αραβικά. Παρότι σίγουρα είχε πολλές ιστορίες να πει από τις συναντήσεις εκείνες, ως άψογος επαγγελματίας ευγενικά απέφευγε να τις μοιραστεί αν και είχαν περάσει τόσα χρόνια. Κουβεντιάζοντας πάντως μαζί του καταλάβαινε κανείς πως η μεγάλη του αγάπη και περηφάνια ήταν η διδασκαλία και τα χρόνια στο Μπαλαμάντ ή η συμβολή του στην προσπάθεια του Παύλου αργότερα ως μητροπολίτη Χαλεπίου να ιδρύσει στον τόπο καταγωγής του ένα ινστιτούτο ελληνικών σπουδών. Ο Λαβάντ είχε μεσολαβήσει τότε στο υπουργείο Εξωτερικών και στο υπουργείο Παιδείας στην Αθήνα και είχαν καταφέρει να αποσπαστούν δύο καθηγητές στο ελληνικό σχολείο της μητρόπολης. 

Ενας από τους καημούς του ήταν η καταστροφή με τον πόλεμο όλων όσα είχε χτίσει ο Παύλος στη Συρία, αλλά και πως εδώ και αρκετά χρόνια τα ελληνικά είχαν πάψει να διδάσκονται στους νέους μαθητές της θεολογικής σχολής του Μπαλαμάντ. Δεκαπέντε ημέρες πριν πεθάνει, ένας από τους μαθητές του, ο πατέρας Ιάκωβος Χαλίλ, κοσμήτορας πλέον της σχολής του Μπαλαμάντ, του τηλεφώνησε για να του ανακοινώσει πως σκοπεύει να κάνει ξανά τα ελληνικά επίσημη γλώσσα της σχολής. Ο Λαβάντ ενθουσιάστηκε σαν μικρό παιδί, γρήγορα όμως αγχώθηκε για το ποιος θα αναλάμβανε τη διδασκαλία. «Ισως έρθω για να το οργανώσουμε και να κάνω κάποια μαθήματα στην αρχή», είπε στον παλιό του μαθητή. Παρότι ήταν άρρωστος και ήξερε πως το τέλος πλησιάζει, δεν σταμάτησε στιγμή να ονειρεύεται.