ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ιική εξάπλωση των λέξεων

Υπέροχη λέξη η νοσταλγία. Είναι σύνθετη, από τις ομηρικές «νόστος», που σημαίνει επιστροφή, και «άλγος», που σημαίνει πόνος. Και μπορεί αυτές οι δύο λέξεις να είναι ελληνικές, η «νοσταλγία» όμως είναι ξένη. Φτιάχτηκε το 1688 από τον Αλσατό φοιτητή της Ιατρικής Γιοχάνες Χόφερ, ο οποίος ήθελε να εξηγήσει αυτό που μέχρι τότε ονομαζόταν «ελβετική ασθένεια». Ηταν η μελαγχολία των Ελβετών μισθοφόρων που υπηρετούσαν τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΔ΄, όταν έλειπαν χρόνια από την πατρίδα τους. Κατόπιν, η νοσταλγία επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές γλώσσες και ήρθε ως αντιδάνειο στην ελληνική.

Δεν γνωρίζουμε αν υπάρχουν κάποιοι άτεγκτοι νόμοι που εξηγούν γιατί κάποιες λέξεις προκρίνονται έναντι άλλων στην καθομιλουμένη. Σίγουρα παίζει ρόλο η οικονομία των λέξεων ή, όπως συνηθίζει να λέει ο καθηγητής Γλωσσολογίας Κώστας Ντίνας, «μέχρι να πεις “προσοχή γεωργικός ελκυστήρας” σε έχει πατήσει το τρακτέρ». Υπάρχουν λέξεις όπως είναι ο «υπολογιστής» και το «Διαδίκτυο» που καθιερώθηκαν έναντι των ξενόφερτων «computer» και «Ιnternet». Αλλες συνυπάρχουν: tank-τεθωρακισμένο, database-βάση δεδομένων. Η λατινική porta απαντάται συχνότερα από την ελληνική θύρα. Αλλες λέξεις ελληνοποιήθηκαν, έστω ατέχνως. Ο cursor του computer έγινε «κέρσορας», παρά το γεγονός ότι προτάθηκε η λέξη «δείκτης». Ή, για να έρθουμε στα των ημερών, επικράτησε η λέξη «ντελιβεράς» (εκ του delivery) που δύσκολα θα αντικαταστήσει την προταθείσα από τον κ. Γιώργο Μπαμπινιώτη «τροφοδιανομέας». Η τελευταία μάλλον θα έχει την τύχη του «Δίσκου Οπτικής Ανάγνωσης», που κάποτε προτάθηκε αντί του Compact Disk ή CD.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης πως έχουν ελληνοποιηθεί χιλιάδες τουρκικές και σλαβικές λέξεις εξαιτίας της συνύπαρξης με αυτούς τους πολιτισμούς. Κάθε γλώσσα δεν εξελίσσεται in vitro, αλληλεπιδρά με τις άλλες· δανείζει και δανείζεται λέξεις για να εκφράσει καλύτερα αυτό που υπάρχει. Το «ραχάτι», για παράδειγμα, δεν είναι ίδιο με την ξεκούραση, και λέγεται αδιαλείπτως, παρά την προσπάθεια πολλών εθναμυντόρων «να ξετουρκέψουμε τη γλώσσα μας». Ούτε το «απαγορευτικό», που προτείνει ο κ. Μπαμπινιώτης, μπορεί να περιγράψει επαρκώς το lockdown που ζούμε. Και αφού η Black Friday αντιγράφηκε και επικολλήθηκε (copy-paste) στην ελληνική αγορά (προσοχή: ως ημερομηνία και ουχί ως ποσοστό εκπτώσεων), μια έκφραση του τύπου «Μαύρη Παρασκευή» έχει άλλο, μακάβριο νόημα, ενώ η «εκπτωτική Παρασκευή» θα μπορούσε να είναι κάθε Παρασκευή και όχι η συγκεκριμένη, όπως την καθιέρωσαν παγκοσμίως οι Αμερικανοί.

Πρέπει να ανησυχούμε για τον «κατακλυσμό της γλώσσας μας από ξένες λέξεις», όπως γράφει ο κ. Μπαμπινιώτης; Ισως, αλλά πρέπει να το δούμε ως φυσικό παρεπόμενο της τρομακτικής παραγωγής νέων εννοιών, νέων τεχνολογιών, νέων εργαλείων. Είναι πλέον τόσο μεγάλη, που καμιά γλώσσα στον κόσμο δεν μπορεί να μεταφράσει επαρκώς και κατόπιν να καθιερώσει τόσα καινούργια πράγματα. Να σημειώσουμε πως και ο ίδιος ο κ. Μπαμπινιώτης γράφει πως «δεν περίμενα ποτέ πως μια ανάρτησή μου στο ΦΒ (σ.σ.: Facebook) θα γινόταν “πασίγνωστη”, ταχύτατης κι ευρύτατης, ιικής τρόπον τινά, εξάπλωσης, θα γινόταν viral…» (26.11.202) Το γεγονός ότι μέχρι και ο κ. Μπαμπινιώτης θέλησε να μεταφράσει στην κοινή νεοελληνική το «viral: ιική εξάπλωση», κάτι δείχνει…