ΑΠΟΨΕΙΣ

Ζισκάρ Ντ’ Εστέν: Άρματα

ziskar-nt-esten-armata0Πρώτη φορά είδε Γερμανούς μέσα από τη διόπτρα ενός άρματος. Ηταν ακόμη έφηβος. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Το οξύμωρο είναι ότι o έφηβος εκείνος, ο οποίος έμελλε το 1974 να γίνει πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, είχε γεννηθεί στο Κόμπλεντς της Γερμανίας. Ο πατέρας του ήταν στέλεχος της κατοχικής διοίκησης της Ρηνανίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
 
Με αυτό το βιωματικό φορτίο, ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν έσπρωξε προς την ολοκλήρωση το ευρωπαϊκό άρμα. Το κατάφερε χάρη στη συνεργασία του με έναν ακόμη βετεράνο του Μεγάλου Πολέμου, τον Χέλμουτ Σμιτ.
 
Ο ίδιος ο Ντ’ Εστέν είχε πει προς το τέλος της ζωής του, σε έναν τυπικό γεροντικό θρήνο για τις αξίες που χάνονται, ότι «παλαιότερα η πολιτική βασιζόταν στην κουλτούρα. Με τον όρο κουλτούρα, εννοώ την επίγνωση της Ιστορίας – το να γνωρίζεις τι έχει συμβεί και όχι μόνο τι συμβαίνει τώρα».
 
Ισχύει άραγε αυτό το κλισέ; Ισχύει ότι όποιος δεν έχει ζήσει τον πόλεμο, δεν μπορεί να νιώσει σε όλο της το βάθος την ανάγκη για το εγχείρημα της Ενωσης, που εξασφάλισε στην Ευρώπη την πιο μακρά περίοδο ειρήνης, ελευθερίας και ευημερίας;
 
Εχοντας διασταυρωθεί με δύο ορόσημα της ελληνικής Ιστορίας –τα δύο μεγάλα καραμανλικά επιτεύγματα–, την αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας και την ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ο Ντ’ Εστέν δίνει την αφορμή για να μεταφραστεί το ερώτημα για τη σχέση βιώματος και ιστορικής συνείδησης στα δικά μας συμφραζόμενα: ισχύει ότι όποιος δεν έχει ζήσει τη χούντα, δεν μπορεί να εκτιμήσει την αξία της δημοκρατίας;
 
Μάλλον ισχύει κι εδώ ένα από τα πολλά ελληνικά παράδοξα: αν υπάρχει ρεύμα που φθηναίνει διαρκώς την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία, απαξιώνοντας τις κατακτήσεις της και καταγγέλλοντας για ψύλλου πήδημα τις υποτιθέμενες αναπηρίες της, βλέποντας σχεδόν καθημερινά «πραξικοπήματα» και «εκτροπές»· αν υπάρχει τέτοιο ρεύμα, το έσκαψαν εκπρόσωποι της γενιάς που έζησε, λίγο ή πολύ, τη χούντα. Οι πιο επίμονοι χουντολόγοι είναι φορείς του ιστορικού βιώματος που ταρίχευσαν στον μεταπολιτευτικό βίο τους βρικόλακες της πολιτικής τους νεότητας.
 
Αυτοί είναι που κληροδότησαν και στους πολιτικούς τους επιγόνους τη συκοφαντική για την Ελληνική Δημοκρατία υποκουλτούρα της αξημέρωτης ανωμαλίας που «δεν τελείωσε το ’73». Την υποκουλτούρα ενός αέναου ψευτοεμφυλίου.
 
Η δημοκρατία που ο Καραμανλής αγκύρωσε στην Ευρώπη με παραστάτες τον Ντ’ Εστέν και τον Σμιτ δεν είναι ούτε τόσο ρηχή ούτε τόσο αντιφατική όσο την παρουσιάζουν οι παρήλικες έφηβοι που την περιφρονούν ακόμη ως «αστική»· που, αν και πρόλαβαν να ζήσουν την έλλειψή της, δεν την ενστερνίστηκαν όταν εκπληρώθηκε, ως στοιχείο της ταυτότητάς τους. Δεν την αγάπησαν ποτέ.