ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Εσθήρ Κοέν: «Ποτέ πια» άνθρωποι μη ζήσουν τέτοια και τόση φρίκη

Εσθήρ Κοέν: «Ποτέ πια» άνθρωποι μη ζήσουν τέτοια και τόση φρίκη

Η αυλαία της τραγικής διαδρομής της Εσθήρ Κοέν έπεσε το μεσημέρι της Πέμπτης στο εβραϊκό νεκροταφείο των Ιωαννίνων, όπως ήθελε η ίδια, και όπως έλεγε το 2014, όταν άνοιξε για πρώτη φορά την καρδιά της στην «Κ».

«Δεν απέμεινε συγγενής να με συνοδέψει όταν θα πεθάνω. Δεν άφησαν κανέναν, τους έκαψαν όλους», μου είχε πει. Την κατευόδωσαν ο ιερουργός Χαΐμ Ισχακίς, ο οποίος ταξίδεψε ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό από την Αθήνα, και ο πρόεδρος της ισραηλιτικής κοινότητας και δήμαρχος Ιωαννίνων, Μωυσής Ελισάφ, που την αποχαιρέτισε.

Ηταν και άλλοι οκτώ άρρενες ομόθρησκοί της διάσπαρτοι στο νεκροταφείο –σε απόσταση λόγω κορωνοϊού–, που «επιστρατεύθηκαν» για να μπορέσει να γίνει η κηδεία όπως επιβάλλει το εβραϊκό ταφικό έθιμο. 

Σκηνή 1η: 24 Μαρτίου 1943.Οι Γερμανοί κάνουν επιχείρηση «σκούπα» κατά των Εβραίων των Ιωαννίνων. «Ορμησαν στα σοκάκια ουρλιάζοντας και πυροβολώντας, χτυπώντας πόρτες και σπάζοντας τζάμια…». 

Η Εσθήρ ήταν μόλις 17 χρόνων. «Πάρτε από έναν μπόγο και σε μια ώρα να είστε όλοι στην πλατεία, μας διέταξαν. Τι να πρωτοκάνουμε σε μια ώρα; Ημασταν επτά αδέλφια και οι γονείς μου. Η νύφη μου ήταν έγκυος στον όγδοο μήνα, ήταν μια τρέλα. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατόν να μην πάει, ημέρα Σάββατο, να προσκυνήσει στη συναγωγή. “Φέρε, παιδί μου, τα παπούτσια να πάω να προσκυνήσω”. “Μαμά, το καταλαβαίνεις, πρέπει να φύγουμε, μας πιάνουν”. “Εγώ θα προσκυνήσω τον Θεό και θα γυρίσω”, είπε. Τραβώντας τη σέρνουμε και την πάμε στην πλατεία του Μαβί. Ο ένας πίσω από τον άλλον, άλλος με παντόφλες, άλλος ξυπόλυτος, άλλος με πιτζάμες, τα μωρά να σκούζουν.

Μια κουρτίνα, κύριε, καταλαβαίνετε, να την τραβήξουν, να δω ένα δάκρυ, κανένας δεν πόνεσε, λυπούμαι που το λέω. 

Υποφέρω πιο πολύ που πήγα στη Γερμανία από αυτούς. 

Γιατί παρακαλέσαμε πολλούς να μείνουμε κάπου εκτός των εβραϊκών συνοικιών μέχρι να περάσει η μπόρα, αλλά δεν μας δέχτηκαν. Θα είχαμε γλιτώσει…».

Σκηνή 2η. Το τρένο φτάνει στο Αουσβιτς και πιάνει στη ράμπα.

Εκεί θα δει για τελευταία φορά τους γονείς και τα αδέλφια της.

«Τους έβαλαν σε μεγάλα αυτοκίνητα, όσα παιδιά πρόλαβαν και σκαρφάλωσαν τα φόρτωσαν κι εκείνα. Κοριτσάκι εγώ, μικρό, πώς μπορούσα να ανέβω; Εκείνη την ώρα είδα τη μητέρα μου όρθια στο αυτοκίνητο… Καθώς απομακρυνόταν, μας φωνάζει: “Προσέξτε, είστε κορίτσια, την τιμή σας”. Από εκεί μας πήγαν να μας κόψουν τα μαλλιά.

“Σε παρακαλώ” είπα σε μια κοπέλα που με κούρευε, “πού μπορεί να πήγαν τους γονείς μου;”.

“Θέλεις τόσο γρήγορα να μάθεις;” μου είπε.

“Ναι, θέλω, σε παρακαλώ”, της απάντησα, και μου δείχνει απέναντι.

“Βλέπεις αυτή τη φλόγα;”

“Βλέπω”.

“Εκεί καίνε τη μάνα σου και την οικογένειά σου”. Λιποθύμησα. Με συνέφεραν, κακήν κακώς με τράβηξαν και ξημέρωσα σ’ ένα μπλοκ που ήτανε σαν το κοτέτσι».

Σκηνή 3η. Επιβιώνει από καθαρή τύχη, και καθώς πλησίαζαν τα σοβιετικά στρατεύματα, οι ναζί τη μετέφεραν μαζί με χιλιάδες άλλους μελλοθανάτους στα μετόπισθεν στο στρατόπεδο του Μπέλσεν.

«Κοιμόμασταν σε μια τάφρο στο στρατόπεδο, νηστικοί, ετοιμοθάνατοι. Μια Γιαννιώτισσα Εβραία, η Ζανέτ, πάσχιζε να με κρατήσει στη ζωή. Πήγαινε στους πεθαμένους και άναβε τα ρούχα τους που γίνονταν κάρβουνο κι ερχόταν και μου το ’δινε να το φάω για να ζήσω. 

“Φά’ το, Εσθήρ μου, φά’ το για να ζήσεις…”» 

Σκηνή 4η. Επιστρέφει στα Γιάννενα το 1945 και πάει κατευθείαν στο σπίτι της, στην οδό Γενναδίου 1.

«Οταν έκανα να μπω μέσα, εμφανίστηκε στο πρώτο σκαλοπάτι ένας άγνωστος και μου είπε: “Πού πας;”. 

“Στο σπίτι μου”, του απάντησα.

Μου λέει, “μην προχωρείς, θα σου πω κάτι”. Λέω ορίστε. “Ξέρεις αν η μαμά σου είχε φούρνο στην κουζίνα;”.

Ολο χαρά εγώ απάντησα: “Βέβαια, ψήναμε το ψωμί, δεν ξέρω το σπίτι μου;” “Ε, αφού δεν σ’ έκαψαν οι Γερμανοί, θα σε κάψω εγώ αν τολμήσεις να μπεις μέσα”, μου είπε. Τι ήταν αυτό; Ελληνας, να με κάψει; Αυτός, εμένα; Θεέ μου…».

Εφυγε διωγμένη από το σπίτι της και δεν ξαναπήγε ποτέ, ούτε ξαναείδε τον άγνωστο. 

Η Εσθήρ παντρεύεται τον Σαμουήλ, έναν ομόθρησκό της που είχε καταφέρει να αποδράσει κατά τη μεταφορά στη Γερμανία και αποκτούν δύο παιδιά, τον Ααρών και τη Φλόρα.

Στον σκληρό αγώνα για την επιβίωση, τα χτυπήματα έρχονται απανωτά.

Το 1962, ένας καθηγητής στο σχολείο αποκαλεί «παλιοεβραία την κόρη της, η οποία ορκίζεται πως μόλις αποφοιτήσει θα εγκαταλείψει την Ελλάδα. Εφυγε στο Ισραήλ, όπου θα κάνει οικογένεια.

Το τραγικό εις βάρος της παιχνίδι της μοίρας δεν έχει τελειωμό. Το 1992 πεθαίνει ξαφνικά από εγκεφαλική αιμορραγία ο γιος της και μερικά χρόνια αργότερα ο γιος της κόρης της σκοτώνεται στον νότιο Λίβανο, όπου πολεμούσε υπηρετώντας στον στρατό του Ισραήλ. 

«Βάστα, καρδιά μου, έλεγα μέσα μου».

Παρ’ όλα τα χτυπήματα άντεχε. «Ζω για να φωνάζω με όση δύναμη μου έχει απομείνει: προσέξτε οι νεότεροι, μην επιτρέψετε να γίνει ξανά ένα τέτοιο έγκλημα».

Σκηνή 5η. Τον Μάρτιο του 2014, επισκέπτεται τα Γιάννενα ο πρόεδρος της Γερμανίας, Γιόακιμ Γκάουκ, και ζητάει να συναντηθεί με κάποιους από τους επιζήσαντες Εβραίους. Η Εσθήρ στέκεται αγέρωχη μπροστά του και του συστήνεται όχι με το όνομά της, αλλά με τον αριθμό του Αουσβιτς στο μπράτσο. 

«Παρακάλεσα τις διερμηνείς του να του πουν ότι το ελάχιστο που πρέπει να κάνουν είναι να δώσουν λεφτά, να γραφτούν βιβλία για να διαβάζουν και να μαθαίνουν τα μικρά παιδιά ώστε να μην επαναληφθούν τέτοια εγκλήματα, γιατί δυστυχώς η Ιστορία δείχνει να επαναλαμβάνεται». Εκείνος με δάκρυα στα μάτια την αγκαλιάζει και ζητάει συγγνώμη.

Την 1η Δεκεμβρίου, η Εσθήρ Κοέν έφυγε από τη ζωή. Η φωνή της γενναίας αυτής γυναίκας σίγησε για πάντα, αφήνοντας ως παρακαταθήκη την κραυγή αγωνίας: «Ποτέ πια». Και μια τραγική σύμπτωση: η μοναδική πλέον εν ζωή Γιαννιώτισσα Εβραία που επέστρεψε από το Αουσβιτς ονομάζεται και αυτή Εσθήρ Κοέν και είναι και αυτή 94 χρόνων – δεν είχαν συγγενική σχέση.