ΑΠΟΨΕΙΣ

Στιγμιαίες και διαρκείς αποκλίσεις

Στιγμιαίες και διαρκείς αποκλίσεις

Eλάχιστες εβδομάδες πριν από τη φετινή Διεθνή Ημέρα Καταπολέμησης της Διαφθοράς (9 Δεκεμβρίου), το Συμβούλιο της Ευρώπης, στο οποίο μετέχουν 47 κράτη, από την Ιρλανδία έως τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν, δημοσιοποίησε δύο εκθέσεις για την Ελλάδα. Και οι δύο εκθέσεις είναι του Νοεμβρίου 2020, η μία τακτική και η άλλη έκτακτη (ad hoc), και αφορούν δικές μας ρυθμίσεις που απέχουν από διεθνή πρότυπα καταπολέμησης της διαφθοράς. Ως προς αυτές, θα λέγαμε ότι στην Ελλάδα παρατηρούνται διαρκείς και στιγμιαίες αποκλίσεις. Διαρκείς φαίνονται οι αποκλίσεις τις οποίες αναλύει η τακτική έκθεση, συνοψίζοντας την ετήσια πρόοδο ως προς την αρχική «Εκθεση Συμμόρφωσης» του 2015 και καταλήγοντας ότι η Ελλάδα έχει εφαρμόσει 11 από τις 19 συστάσεις της αρχικής έκθεσης.

Στιγμιαίες απέβησαν οι αποκλίσεις τις οποίες επισημαίνει η έκτακτη έκθεση του Νοεμβρίου 2020. Αυτή εξετάζει την πρόοδο ως προς την αναθεώρηση μερικών πολύ ατυχών, μεταξύ άλλων εύλογων, τροποποιήσεων του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.) οι οποίες είχαν γίνει λίγο πριν από τις εκλογές του 2019. Τότε, π.χ., ψηφίστηκε η υποβάθμιση του αδικήματος της δωροδοκίας δημοσίου υπαλλήλου από κακούργημα σε πλημμέλημα και άρα προβλέφθηκαν επιεικέστερες ποινές για το αδίκημα αυτό. Απίστευτο και όμως αληθινό σε μια χώρα που μαζί με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Κροατία περιλαμβάνεται στους «πρωταθλητές» της διαφθοράς στην Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.). Με νέα τροποποίηση του Π.Κ., τον Νοέμβριο του 2019, το αδίκημα αναταξινομήθηκε ως κακούργημα. Ηταν, τρόπος του λέγειν, μια στιγμιαία απόκλιση από τα διεθνή πρότυπα.

Ωστόσο, οι συστάσεις προς την Ελλάδα στο θέμα αυτό δεν εφαρμόστηκαν πλήρως κατά τη γνώμη της Ομάδας Κρατών κατά της Διαφθοράς, δηλαδή της επιτροπής του Συμβουλίου που συνέταξε όλες τις παραπάνω εκθέσεις και είναι γνωστή με τη βραχυγραφία GRECO – Group of States against Corruption. (Eίναι απορίας άξιο πώς κατά την ονοματοδοσία της ομάδας, προ εικοσαετίας, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών δεν αντέδρασε στην υιοθέτηση αυτής της βραχυγραφίας η οποία προκαλεί απαξιωτικούς συνειρμούς για τους Ελληνες και τη διαφθορά). Η GRECO θεωρεί προβληματικό το ότι η ενεργητική δωροδοκία υπαλλήλου με σκοπό αυτός να παραβεί τα καθήκοντά του τιμωρείται σήμερα πλέον «με κάθειρξη έως 8 έτη και χρηματική ποινή» (άρθρο 236 παράγραφος 2 του Π.Κ.). Ενώ πριν από την αναθεώρηση του Ιουνίου 2019 τιμωρείτο με κάθειρξη «μέχρι 10 έτη και χρηματική ποινή από 15 χιλιάδες έως 150 χιλιάδες ευρώ». Με αφορμή αυτό το παράδειγμα, αναρωτιέται κανείς γιατί τέτοιες δικές μας ρυθμίσεις δίνουν δικαιώματα για επικρίσεις σε ξένους παρατηρητές και σε τρίτες χώρες, καθόλου άμεμπτες σε θέματα διαφθοράς.

Πάντως, η ρύθμιση μπορεί να ερμηνευθεί στο φως ερευνών κοινής γνώμης που διεξάγει η Ε.Ε. Το 2019, σε ερώτηση του Ειδικού Ευρωβαρόμετρου για το κατά πόσον είναι αποδεκτό ένας πολίτης να δώσει δώρο σε δημόσιο υπάλληλο αν θέλει μια εξυπηρέτηση από αυτόν, το 41% των Ελλήνων που ρωτήθηκαν σχετικά απάντησε ότι είναι αποδεκτό να δώσει δώρο (μέσος όρος στην Ε.Ε.: 23%). Σε άλλη ερώτηση, το 19% των Ελλήνων απάντησε ότι είναι αποδεκτό να δώσει χρήματα στον υπάλληλο (μέσος όρος στην Ε.Ε.: 16%). Ανάλογα ήταν τα αποτελέσματα στην ίδια έρευνα το 2013. Μάλλον αυτή η απόκλιση είναι διαρκής.

Η άλλη έκθεση, δηλαδή η τακτική έκθεση της GRECO του περασμένου Νοεμβρίου, αφορά ρυθμίσεις και πρακτικές στη Βουλή, στη δημόσια διοίκηση και στο δικαστικό σώμα. Οπως αναγνωρίζει η GRECO, έχει γίνει πρόοδος ως προς την καταπολέμηση της διαφθοράς μεταξύ βουλευτών και υπουργών, ιδίως με τη θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας των Βουλευτών τον Απρίλιο του 2016 και τη συνταγματική αναθεώρηση του Νοεμβρίου 2019. Χάρη στον κώδικα ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, οι σχέσεις των βουλευτών προς τρίτους. Για παράδειγμα, οι βουλευτές πρέπει να δηλώνουν και να δικαιολογούν δώρα και παροχές αξίας μεγαλύτερης των 200 ευρώ. Χάρη στη συνταγματική αναθεώρηση τροποποιήθηκε προς το αυστηρότερο η δυνατότητα ποινικής δίωξης υπουργών και επίσης έγινε υποχρεωτική η άρση της ασυλίας των βουλευτών για αδικήματα άσχετα με πολιτικές δραστηριότητες ή με τα καθήκοντά τους.

Τέτοιες, έως πρόσφατα διαρκείς, αποκλίσεις του ελληνικού πολιτικού συστήματος διορθώθηκαν. Αλλες όμως παραμένουν και δεν έχουν υπογραμμιστεί όσο θα έπρεπε από την GRECO. Μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως η διεθνής Transparency International και η ελληνική Vouli Watch, έχουν επισημάνει πόσο αδιαφανείς παραμένουν τόσο η δημοσίευση των περιουσιακών στοιχείων των βουλευτών, όχι με το ετήσιο «Πόθεν Εσχες», αλλά σε βάθος ετών από την αρχή της σταδιοδρομίας τους, όσο και η διαχείριση των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων. Ενδεικτικά, για το 2018, το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν στοιχεία, τα ελληνικά κόμματα εισέπραξαν από το κράτος συνολικά 13,5 εκατομμύρια ευρώ. Για παραβιάσεις της σχετικής νομοθεσίας στο ίδιο έτος, οι ποινές προς τα κόμματα κυμαίνονταν από 500 έως 60.000 ευρώ. Το πρόβλημα της χρηματοδότησης του πολιτικού ανταγωνισμού στις δημοκρατίες είναι παγκόσμιο, καθώς συναλλάσσονται αφενός τα κόμματα και οι υποψήφιοί τους και αφετέρου οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και μάλιστα οι εμπλεκόμενες σε δημόσιες προμήθειες και έργα. Οι μεταξύ τους σχέσεις είναι, φοβάμαι, αναπόφευκτες. Αλλά δεν μπορούν να είναι τόσο ανεξέλεγκτες.
 
* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.