ΑΠΟΨΕΙΣ

Πόσο αξίζει η εθνική κυριαρχία;

Πόσο αξίζει άραγε η εθνική κυριαρχία; Αναρωτήθηκε ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης της Πολωνίας, Μιχάλ Βόιτσικ, ένα μήνα νωρίτερα, όταν η Πολωνία με την Ουγγαρία άσκησαν βέτο στην Ε.Ε., διαφωνώντας με τον όρο να στερούνται ευρωπαϊκούς πόρους όσες από τις χώρες-μέλη παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Ο Βόιτσικ, με τον στόμφο που διακρίνει σε τέτοιες περιστάσεις τους υπερπατριώτες, έσπευσε να απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε ο ίδιος: «Ενα δισεκατομμύριο, μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια, μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ; Για εμάς η εθνική κυριαρχία είναι ανεκτίμητη».

Στη Βρετανία, πάλι, που φαίνεται πως ζει στη φάση της επανάληψης της Ιστορίας ως φάρσας, ο Μπόρις Τζόνσον, αυτή η κωμική καρικατούρα του Τσώρτσιλ, ξεσηκώνει με εθνικιστικές κορώνες τους Βρετανούς ενόψει του κινδύνου της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων για την έξοδο από την Ε.Ε. Σε αυτό το πνεύμα, ο Βρετανός διαπραγματευτής, Ντέιβιντ Φροστ, δήλωσε πως το Ηνωμένο Βασίλειο θα μείνει αμετακίνητο στα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας σε τρία πεδία: στους νόμους, στο εμπόριο και στα ψάρια.

Θα έβρισκα ενδιαφέρουσα αυτή τη συζήτηση περί εθνικής κυριαρχίας εάν συχνά η στομφώδης επίκλησή της δεν ήταν προκλητικά υποκριτική και βαθύτατα προσβλητική για τη νοημοσύνη μας. Η ιστορία των ωμών της παραβιάσεων το μαρτυρεί.

Ο κόσμος της αποικιοκρατίας και του Ψυχρού Πολέμου βρίθει από παραδείγματα, κτηνώδη μάλιστα, για το τι εννοούσαν οι αποικιοκράτες και οι υπερδυνάμεις όταν μιλούσαν για εθνική κυριαρχία. Οι Ινδοί έζησαν για έναν αιώνα στο πετσί τους τη βρετανική αντίληψη περί εθνικής κυριαρχίας. Μόνο το 1943 χάθηκαν στη Βεγγάλη δύο εκατομμύρια άνθρωποι από λιμό που προκλήθηκε από συνειδητές αποικιοκρατικές πολιτικές του Τσώρτσιλ. Οι Κινέζοι είχαν ανάλογες εμπειρίες νωρίτερα. Οι δύο «πόλεμοι του οπίου», τον 19ο αιώνα, όταν η Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στην Κίνα στο όνομα του ελεύθερου εμπορίου, επιβάλλοντας τη διακίνηση του οπίου στα κινεζικά εδάφη, συνιστούν μια θλιβερή ανάμνηση του μεγέθους της δυτικής υποκρισίας. Τα δικά μας Δεκεμβριανά του 1944 και η λίγο νωρίτερα ωμή μοιρασιά των Βαλκανίων από τους Στάλιν – Τσώρτσιλ με «τη συμφωνία των ποσοστών» είναι μία ακόμη υπενθύμιση για όσους αργούν να πειστούν.

Πάντως, πέρα από όλα, η εθνική κυριαρχία συνιστά, ούτως ή άλλως, μια πολύπλοκη έννοια, που η επίκλησή της ως απόλυτη αρχή είναι προβληματική, παραπλανητική και επικίνδυνη. Ο λόγος είναι απλός: ο κόσμος είναι γεμάτος από διευθετήσεις, προσαρμογές και ελαστικές εφαρμογές της εθνικής κυριαρχίας.

Κάθε κράτος διαπραγματεύεται και υπογράφει συμφωνίες σε όλο τον κόσμο, συμμετέχει σε συμμαχίες (π.χ. ΝΑΤΟ) ή οργανισμούς (π.χ. Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου), που προϋποθέτουν οπωσδήποτε παραχωρήσεις της εθνικής κυριαρχίας.

Ιδιαίτερα σήμερα, στη φάση της παγκοσμιοποίησης, τα κράτη είναι ακόμη περισσότερο υποχρεωμένα να αυτοπεριοριστούν, να προσαρμόσουν τη νομοθεσία τους και να μοιραστούν μέρος της εθνικής τους κυριαρχίας. Την εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης και του Διαδικτύου, αυτός ο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας γίνεται ολοένα και πιο αναγκαίος για να γίνει ο κόσμος μας πιο λειτουργικός και να προοδεύσει κι άλλο.

Μεγάλα διεθνή προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με επιπλέον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας. Η πανδημία έδειξε, για παράδειγμα, πώς η εθνική απομόνωση και τα κλειστά σύνορα αποτέλεσαν εμπόδιο για την ανταλλαγή γνώσεων και ζωτικών πληροφοριών και εντέλει για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου.

Το ίδιο αδύναμα είναι τα περισσότερα, τουλάχιστον, εθνικά κράτη να αντιμετωπίσουν μόνα τους τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που προέκυψαν από την πανδημία. Η αγωνιώδης αναζήτηση χρηματοδοτικού καταφυγίου στην Ευρωπαϊκή Ενωση από το σύνολο σχεδόν των κρατών-μελών της είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Το ίδιο διαπιστώνεται και σε μακροχρόνια προβλήματα. Στις πολιτικές για το περιβάλλον ή τη μετανάστευση, η πολιτική των αυστηρών εθνικών συνόρων και της εθνικής κυριαρχίας ως απόλυτης αρχής συνιστά τον ασφαλέστερο δρόμο για την καταστροφή.

Πόσο αξίζει, λοιπόν, η εθνική κυριαρχία; Εξαρτάται, είναι η απάντηση! Ας αφήσουμε τα μεγάλα λόγια. Η εθνική κυριαρχία συνιστά ένα εργαλείο, όχι αξία αφ’ εαυτής της, που μάλιστα έχει πολυκαιρίσει. Γεννήθηκε πριν από δυο-τρεις αιώνες σε διαφορετικές συνθήκες. Δεν είναι Αγία Γραφή ή Κοράνι, ούτε είναι γραμμένη στο DNA της ανθρωπότητας.

Στις μέρες μας, η εθνική κυριαρχία έχει αξία μόνον εφόσον τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ισότητα, η ελευθερία και η ευημερία μπορούν να πραγματώνονται εντός της. Αν όχι, τότε δεν αξίζει ούτε μερικά καπίκια, κύριε Βόιτσικ.
 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.