ΑΠΟΨΕΙΣ

Αίθουσα, η κατοικία της τέχνης

Κάτι συνέβη μέσα στον ένα χρόνο της καραντίνας, εν μέρει απροσδόκητο. Επέστρεψε ενδυναμωμένη η σχέση του θεατή με την αίθουσα. Ενώ όλοι σχεδόν χαλαρώσαμε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, βυθισμένοι σε πλατφόρμες, ανταλλάσσοντας εντυπώσεις από σειρές, ταινίες, αναπληρώνοντας κενά από παλαιότερες παραγωγές και σαρώνοντας οτιδήποτε καινούργιο εμφανιζόταν, αποχαιρετώντας το 2020, σαν να μέτρησε δυσανάλογα στον απολογισμό ο κλειστός κινηματογράφος. Η ανυπομονησία/επιθυμία «να δούμε μια ταινία στην αίθουσα» επιτάθηκε, ενδεχομένως, από μια επέτειο. Συμβολική μεν, αλλά το γεγονός και μόνο ότι ανασύρθηκε στην επικαιρότητα και μνημονεύσαμε την ημερομηνία κάτι σημαίνει. Στις 28 Δεκεμβρίου του 1895 ήταν η πρώτη δημόσια κινηματογραφική προβολή με 10 ταινίες των 50 δευτερολέπτων των αδελφών Λιμιέρ, στο Salon Indien du Grand Café, στη λεωφόρο Καπουσίν. Πριν από λίγες μέρες ο Τιερί Φρεμό, διευθυντής του Φεστιβάλ Καννών, δημοσίευσε ένα κείμενο στο Variety, υπενθυμίζοντας την αντοχή που έχει δείξει ο κινηματογράφος μέσα στα 125 αυτά χρόνια (δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του flix.gr).

O Φρεμό δεν γράφει ούτε με θλίψη ούτε με νοσταλγία. Εύχεται, όπως και δεκάδες σκηνοθέτες σε όλον τον κόσμο, όλοι σπουδαία ονόματα του παγκόσμιου κινηματογράφου, το 2021 να γίνει η επανένωση των θεατών στην αίθουσα. «Αυτό που δεν μπόρεσαν να κάνουν οι παγκόσμιοι πόλεμοι το πέτυχε ύπουλα αυτός ο ιός. Σε όλη τη διάρκεια του 2020, οι κινηματογράφοι έκλεισαν τις πόρτες τους και έσβησαν τις οθόνες τους», υπογραμμίζει. «Πότε θα ξαναδούμε ο ένας τον άλλον; Σύντομα. Πρέπει! Θέλουμε να επιστρέψουμε σε μια αίθουσα όπου δεν υπάρχει κουμπί για να κάνεις “pause”. Θέλουμε να δούμε, σε μια μεγάλη οθόνη, μια ταινία για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτα, να καθίσουμε δίπλα σε κάποιον που δεν γνωρίζουμε και να βιώσουμε την υπόσχεση ότι ο κινηματογράφος επιβίωνε πάντα και δεν θα εξαφανιστεί ποτέ». Τις ίδιες, περίπου, ημέρες με τον Φρεμό, και ο Τομ Χανκς, προωθώντας την καινούργια ταινία του, μίλησε για το μέλλον των αιθουσών: «Οι μεγάλες ταινίες-γεγονότα θα συνεχίσουν να κυριαρχούν στα σινεμά. (…) Οι ταινίες αυτές –όταν τις βλέπεις στο σπίτι, στον καναπέ σου– μειώνουν το οπτικό τους αντίκτυπο». Ο Αλμοδόβαρ είχε προηγηθεί, σχολιάζοντας πριν από μήνες στο Φεστιβάλ Βενετίας ότι η καραντίνα «επιβεβαίωσε το μέγεθος της εξάρτησης που έχουμε όλοι από τη μυθοπλασία. Η μυθοπλασία ήταν ένας πολύ καλός τρόπος να γεμίσουμε τον χρόνο μας». Θεωρεί το σινεμά αντίδοτο στην εξαναγκασμένη απομόνωση. «Το να πηγαίνεις σινεμά είναι μια περιπέτεια. Αν βάλω την καινούργια μου ταινία σε μια πλατφόρμα σαν το Netflix, νιώθω ότι χάνω την επαφή με το κοινό μου. Μερικά πράγματα μπορούν να ανακαλυφθούν μόνο στη μεγάλη οθόνη, στο σκοτάδι, μαζί με ανθρώπους που δεν ξέρουμε».

Αν συγκεντρώσει κανείς όσα έχουν δημοσιευθεί τους τελευταίους μήνες για τις αίθουσες, θα νομίζει πως πρόκειται για παγκόσμιο κίνημα. Που ξεκινάει από τους έγκλειστους, σινεφίλ και μη, οι οποίοι, φορώντας στολή εργασίας, φόρμες και παντόφλες, βουλιάζουν στον ίδιο –μήνες τώρα– καναπέ, αναζητώντας τις δομημένες εικόνες ενός άλλου κόσμου στις μικρές οθόνες τους, και καταλήγει στην κορυφή της πυραμίδας, με εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους η ζωή των οποίων εξαρτάται από την αίθουσα. Δεν είναι μόνο ιδιοκτήτες αιθουσών και υπάλληλοι, αλλά και σκηνοθέτες, ηθοποιοί, τεχνικοί. Η αίθουσα, ως η κατ’ εξοχήν στέγη της κινηματογραφικής τέχνης.

Εκεί, κατοικεί. Εκεί τη συναντάς, σε συνθήκες που είναι αναγκαίες για να αποδώσει η ταινία τους καρπούς της· αν έχει, όποιους έχει, ό,τι έχει. Ακόμη κι αν στριφογυρίζεις δυσφορώντας στη θέση, φύγεις στο διάλειμμα, αποκοιμηθείς ή, το αντίθετο, ρυθμίσεις τις αναπνοές σου στη συχνότητα της ταινίας. Κάτι συμβαίνει στο σκοτάδι, κρυφό, γιατί αφορά τον καθένα, δεν μεταβιβάζεται πάντα, ούτε το μοιραζόμαστε στην κουβέντα. 

Στην αίθουσα έχεις την ηλικία που επιθυμείς καθώς ο χρόνος συμπιέζεται ή απλώνεται, γεμίζει από γεγονότα, αισθήματα, μνήμες, σκέψεις ή, το ακριβώς αντίθετο, αδειάζει και μηδενίζει τα φορτία. Ενα μόνο δεν μπορείς να κάνεις: pause. Αυτήν την παύση σαν επίμονο λόξιγκα που εμποδίζει τη ροή, ακόμη κι αν η εικόνα δεν «παγώσει» στη μικρή οθόνη. Είναι το βλέμμα που χάνεται, υπερίπταται ή σέρνεται, λοξοδρομεί. Ενα βλέμμα ανέστιο.