ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι εισβολείς και η δημοκρατία

Ο επόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν δήλωσε: «οι σκηνές από το Καπιτώλιο δεν αντανακλούν την αληθινή Αμερική, δεν αντιπροσωπεύουν αυτό που είμαστε». Κάνει λάθος. Οι απίστευτες σκηνές αντιπροσωπεύουν κάποια Αμερική. Ίσως όχι αυτή που είχαν στο μυαλό τους ο Ουάσινγκτον, ο Τζέφερσον, ο Μάντισον, ο Χάμιλτον κι ο Φράνκλιν, ή αυτή που νόμιζαν ότι υπηρετούν ο Ομπάμα, ο Ρέιγκαν, ο Τζόνσον (ο Μπάιντεν) και οι άλλοι, αλλά κάποια άλλη, παράλληλη, με διαφορετικές αξίες, καθόλου ευκαταφρόνητη.

Είναι εύκολο κανείς να ρίξει μια ματιά στις εικόνες της εισβολής στο Καπιτώλιο και, αφού ξεπεράσει το σοκ και τη βαρύτητα του φαινομένου, να το υποβαθμίσει μόνο και μόνο επειδή η απόπειρα «πραξικοπήματος» ήταν, βασικά, γελοία, και επειδή καταπώς φαίνεται και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες ήταν στην πλειοψηφία τους γραφικοί, αυτό που ενίοτε αποκαλούμε «νούμερα». Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τι μέρος του λόγου ήταν αυτοί, από τα ρούχα και τα αξεσουάρ τους ή από τα ίδια τους τα λόγια στα πολυάριθμα βίντεο που ανέβαζαν μόνοι τους στα social media κατά τη διάρκεια της «παρέμβασής» τους. Υπήρχαν, ας πούμε, πολλοί οπαδοί αυτής της αδιανόητης θεωρίας συνομωσίας QAnon, που πιστεύουν στα αλήθεια ότι μια μυστική ελίτ πολιτικών, επιχειρηματιών, ηθοποιών και δημοσιογράφων, που είναι όλοι είναι σατανιστές και παιδόφιλοι, προσπαθούν να εγκαταστήσουν μια παγκόσμια κυβέρνηση. Υπήρχαν μέλη πάσης φύσεως νεοναζιστικών και φασιστικών οργανώσεων, όπως για παράδειγμα των «Proud Boys», μέλη των οποίων κυκλοφορούσαν με μπλουζάκια με το σήμα «6MWE», που σημαίνει «6 Million Wasn’t Enough», που σημαίνει «έξι εκατομμύρια δεν ήταν αρκετοί», που αναφέρεται στους Εβραίους που εκτελέστηκαν στο Ολοκαύτωμα.

Όλοι αυτοί μπούκαραν στο Καπιτώλιο επειδή πίστεψαν ένα ψέμα: ότι το αποτέλεσμα των εκλογών δεν ήταν το πραγματικό, και ότι ο υποψήφιος που υποστηρίζουν τυφλά ήταν στ’ αλήθεια ο πραγματικός νικητής και οι κακοί τώρα του κλέβουν τη νίκη. Το πίστεψαν πραγματικά, καθότι αυτό το ψέμα το επαναλαμβάνει εδώ και δύο μήνες συνέχεια ο ίδιος ο ηττημένος υποψήφιος, κάθε μέρα, ξανά και ξανά στα social media και στην τηλεόραση, και μαζί του, συνένοχοι, οι πολιτικοί του βαστάζοι, τα ανεκδιήγητα μέλη της οικογένειάς του, ένας θίασος γραφικών παρατρεχάμενων και, κυρίως, οι δημοσιογράφοι σε τηλεοπτικά κανάλια όπως το Fox του Ρούπερτ Μέρντοχ και άλλα, μικρότερα ακροδεξιού περιεχομένου, τα οποία παρακολουθούν φανατικά εκατομμύρια κυρίως ηλικιωμένοι Αμερικανοί. Αυτοί που μπούκαραν στο Καπιτώλιο δεν θεωρούσαν ότι κάνουν πραξικόπημα -νόμιζαν ότι ανατρέπουν πραξικόπημα. Είναι εύκολο να τους υποβαθμίσει κανείς για τη γραφική τους παράνοια, αλλά στην πραγματικότητα εκπροσωπούν κάτι μεγαλύτερο, ευρύτερο, απόλυτα υπαρκτό και εξαιρετικά επικίνδυνο για το μέλλον της αμερικανικής δημοκρατίας.

Σύμφωνα με έρευνα της YouGov που έγινε αμέσως μετά τα σοκαριστικά γεγονότα στη Ουάσινγκτον, το 45% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων δήλωναν πως συμφωνούν με την εισβολή των τραμπούκων στο Καπιτώλιο. Σύμφωνα με έρευνα του NPR στις αρχές Δεκεμβρίου το 72% των Ρεπουμπλικάνων δεν πιστεύουν ότι τα αποτελέσματα των εκλογών του Νοεμβρίου είναι ακριβή. Ας μην ξεχνάμε και το ότι 74 εκατομμύρια άνθρωποι επέλεξαν τον Ντόναλντ Τραμπ για Πρόεδρο μετά από αυτή την απίστευτη, τραγική τετραετία και καθώς οι νεκροί από Covid-19 πλησιάζουν τους 400.000. 

Είναι και οι 74 εκατομμύρια άνθρωποι «ψεκασμένοι» ή νεοναζί; Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Είναι, όμως, όλο και περισσότερο, κάτι άλλο: διαφορετικοί από αυτό που ο Μπάιντεν εννοεί όταν μιλάει για την κατά τη γνώμη του «αληθινή Αμερική». Ένα όχι πλειοψηφικό αλλά τεράστιο μέρος του πληθυσμού που τα τελευταία χρόνια έχει αποκολληθεί από το «mainstream» της κοινωνίας, απορρίπτει την αλήθεια (γεγονότα, νούμερα, επιστημονικά δεδομένα) και τους βασικούς πυλώνες του αμερικανικού πολιτικού συστήματος και ριζοσπαστικοποιείται όλο και περισσότερο.

Το φαινόμενο αυτό δεν ξεκίνησε με τον Τραμπ. Ο Τραμπ, όπως έχουμε ξαναγράψει, είναι το σύμπτωμα. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι το συντονισμένο σχέδιο ξεκίνησε με τη Σάρα Πέιλιν και το Tea Party, όταν ένα μέρος του Ρεπουμπλικανικού κόμματος συνειδητοποίησε ότι η απομάκρυνση από την πολιτική ορθοδοξία (και πραγματικότητα) και η καταβύθιση στον ακραίο λαϊκισμό μπορεί να αποφέρει σημαντικά πολιτικά οφέλη, τη στιγμή που οι δημογραφικές τάσεις οδηγούσαν τις ΗΠΑ σε αναπόδραστα προοδευτικά και «Δημοκρατικά» μονοπάτια. Από τότε Ρεπουμπλικανοί πολιτικοί και στρατευμένα ΜΜΕ ταΐζουν αυτό τον κόσμο ψέματα, πυροδοτούν την οργή και την αγανάκτηση πατώντας -κι αυτό εδώ είναι κρίσιμο- πάνω σε ένα υπαρκτό και εύφορο υπόστρωμα ρατσισμού, φόβου και γενικότερης δυσαρέσκειας για έναν κόσμο που αλλάζει, χρησιμοποιώντας τα νέα, τρομακτικά αποτελεσματικά ψηφιακά μέσα διασποράς ψεμάτων και μίσους.

Το αποτέλεσμα είναι αυτό που οι ΗΠΑ ζουν σήμερα. Ένα συγκλονιστικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού να αμφισβητεί την δημοκρατική διαδικασία. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να πιστεύει τυφλά αδιανόητες θεωρίες συνομωσίας και κραυγαλέα ψέματα. Νεκροί μέσα στο Κογκρέσο. Βεβαίως, σε όλες τις χώρες της Δύσης υπάρχουν «ψεκασμένοι» και ριζοσπαστικοποιημένοι που απορρίπτουν τις αξίες του δυτικού πολιτισμού και θέλουν «να καεί η Βουλή». Το πρόβλημα στις ΗΠΑ -το οποίο, ας πούμε, δεν αντιμετωπίζει η δική μας χώρα- είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν βρει μία κοινή πολιτική στέγη. Δεν φιλοξενούνται απλά στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα -πλέον είναι το Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με τα πολυκομματικά πολιτικά συστήματα, οι ακραίοι που θέλουν να καταλυθεί το πολίτευμα και να τιναχτεί το πολιτικό status quo στον αέρα όχι απλά δεν είναι συντεταγμένοι πίσω από έναν ηγέτη αλλά, ίσα ίσα, είναι ακροβολισμένοι στα άκρα της ιδεολογικής κατανομής και σχεδόν σίγουρα δεν πρόκειται να βρεθούν ποτέ μεταξύ τους πολιτικά. Ακόμα κι αν κάποτε συμπέσουν πρόσκαιρα σε πλατείες.

Στις ΗΠΑ, όμως, με τη μεθοδική προσπάθεια αμέτρητων και μοιραίων ρεπουμπλικανών εδώ και 15 χρόνια, έχουν δημιουργήσει έναν ισχυρό, τοξικό, βαθιά αντιαμερικανικό (με την έννοια που χρησιμοποιεί ο Μπάιντεν) πυρήνα. Η έκρηξη βίας της Τετάρτης μπορεί να μοιάζει γελοία. Αλλά οι κοινωνικές δυνάμεις που την πυροδότησαν είναι υπαρκτές, ισχυρές και, αν αφεθούν ανεξέλεγκτες, θα συνεχίσουν να δρουν και να ριζοσπαστικοποιούνται, είτε υπό τον Τραμπ, είτε ακολουθώντας άλλους, ενδεχομένως πιο αποτελεσματικούς και ικανούς δημαγωγούς. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Ποιος ξέρει. Όπως μας δίδαξε το 2020, τίποτε απολύτως δεν αποκλείεται, ποτέ. Πώς να πείσεις τον άλλο που έχει ζήσει κοτζάμ 2020, έχει διαβάσει για το «πραξικόπημα της μπιραρίας» και βλέπει στην τηλεόραση τους αντιτουριστικούς νεοναζί να σουλατσάρουν στο Καπιτώλιο ότι το ενδεχόμενο μιας Αμερικανικής δικτατορίας στο κοντινό μέλλον είναι κάτι το πέραν πάσης αμφιβολίας, εντελώς, απολύτως αδύνατο;

Ας πούμε, για κλείσιμο, κι αυτή την ιστορία.

Το 1923 στο Μόναχο, μια δράκα μερικών εκατοντάδων οπλισμένων εξτρεμιστών προσπάθησε να κάνει πραξικόπημα εισβάλλοντας σε μια μπιραρία, όπου οι ηγέτες της κυβέρνησης έδιναν μια ομιλία. Ο σκοπός ήταν να περικυκλώσουν τη μπιραρία και να τους κρατήσουν όμηρους μέχρι να δεχτούν να τους παραδώσουν την εξουσία. Ήταν μια γελοία προσπάθεια που, φυσικά, απέτυχε. Οι στασιαστές διαλύθηκαν, δεκαέξι από αυτούς σκοτώθηκαν, πολλοί συνελήφθησαν και ο αρχηγός τους φυλακίστηκε για εννέα μήνες με την κατηγορία της προδοσίας. «Κάθε πιθανότητα να παίξει οποιονδήποτε ρόλο στην πολιτική της Βαυαρίας στο μέλλον έχει χαθεί», έγραψαν γι’ αυτόν οι New York Times. Το κίνημα, γελοιοποιημένο και εξαρθρωμένο, θεωρήθηκε τελειωμένο. Κανένας δεν ασχολήθηκε με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που το πυροδότησαν, ή με τους θεσμούς που θα όφειλαν να ελέγξουν την εμφάνιση τέτοιων κινημάτων στο μέλλον. Ο εξευτελισμένος αρχηγός των στασιαστών στη φυλακή έγραψε το μανιφέστο του. Δέκα χρόνια μετά θα κέρδιζε τις εκλογές και θα καταλάμβανε την εξουσία.

Το όνομα του ήταν Αδόλφος Χίτλερ.