ΑΠΟΨΕΙΣ

Αστυνομία και ελευθερίες στα ΑΕΙ

Κανείς δεν θα ήθελε τη διαρκή παρουσία αστυνομικών στον χώρο εργασίας του. Πολλώ μάλλον αν εργάζεται στο πανεπιστήμιο, δηλαδή σε μια κοινότητα ελεύθερης έκφρασης, κριτικής, αλλά και έρευνας, χωρίς την επιτήρηση της πολιτείας, με συνταγματικά κατοχυρωμένη την αυτοδιοίκησή της (άρθ. 16 παρ. 5 Συντάγματος). Ωστόσο, η φαινομενικά ακραία ιδέα εγκατάστασης σε κάθε ΑΕΙ μιας «Ομάδας Προστασίας», ενός νέου σώματος υπαγόμενου επιχειρησιακά στην ΕΛ.ΑΣ., έρχεται να αντιμετωπίσει ακραίες καταστάσεις. Ανάλογα με το ΑΕΙ, λόγω του ανεξέλεγκτου των χώρων, διαπράττονται περιοδικά εγκλήματα σχετικά με τα ναρκωτικά, το λαθρεμπόριο ενδυμάτων ή άλλων ειδών, τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων και την περιουσία αυτών και του Δημοσίου. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει συχνά μέσα σε άλλους δημόσιους θεσμούς ούτε σε άλλες εκπαιδευτικές μονάδες (γυμνάσια, λύκεια, επαγγελματικές σχολές).

Το πιο σημαντικό πρόβλημα είναι η άσκηση ή η απειλή άσκησης φυσικής βίας. Σε μερικά ΑΕΙ υπάρχουν χώροι «άβατοι», ιδιαίτερα για εργαζόμενες και φοιτήτριες, μετά τη δύση του ηλίου. Επίσης, μικρο-ομάδες που εισβάλλουν στα πανεπιστήμια ή έχουν εγκατασταθεί μονίμως μέσα σε αυτά μπορούν να διακόπτουν βιαίως μαθήματα και συνεδριάσεις διοικητικών οργάνων και να καταλαμβάνουν οποιονδήποτε χώρο θέλουν. Η αντιμετώπιση τέτοιας παραβατικότητας δεν είναι δουλειά των πανεπιστημιακών, των διοικητικών υπαλλήλων και των φοιτητών ούτε των εταιρειών security που ήδη υπάρχουν σε εισόδους μερικών ΑΕΙ. Δηλαδή, αντίθετα από την υπόλοιπη επικράτεια, στα ΑΕΙ η πολιτεία έχει παραχωρήσει σε ομάδες φοιτητών και εξω-πανεπιστημιακών στοιχείων το μονοπώλιο της άσκησης βίας.

Κατά συνέπεια, αναζητείται ρεαλιστική λύση, με σεβασμό στο Σύνταγμα και στους νόμους. Τέτοια λύση δεν είναι η ήδη νομοθετημένη δυνατότητα της αστυνομίας να επεμβαίνει, χωρίς άδεια, σε ένα ΑΕΙ όταν τελείται μια «αξιόποινη πράξη» (άρθ. 64 παρ. 3 Ν. 4623/2019, κατάργηση του «ασύλου»). Και τούτο γιατί η αστυνομία μαθαίνει για την πράξη κατόπιν εορτής. Λύση θα ήταν η πρόληψη τέλεσης τέτοιων πράξεων. Ούτε θα ήταν αποτελεσματική, όπως προτείνουν άλλοι, η ίδρυση νέου σώματος στα ΑΕΙ, με υπαγωγή στον πρύτανη, αντίστοιχου της Δημοτικής Αστυνομίας που υπάγεται στον δήμαρχο. Ποιοι δημοτικοί αστυνομικοί θα δέχονταν να δουλέψουν μέσα σε ΑΕΙ αντιμετωπίζοντας βίαιες ομάδες; Οι ίδιοι, άλλωστε, οφείλουν να καλούν την αστυνομία σε περιστατικά αξιόποινων πράξεων.

Οι πρυτάνεις πρέπει να έχουν λόγο σε περιστατικά ασφαλείας, αλλά δεν μπορούν να διευθύνουν αστυνομικές επιχειρήσεις και μάλιστα να το κάνουν συχνά. Μπορεί ο απαράδεκτος προπηλακισμός του πρύτανη της πρώην ΑΣΟΕΕ στις 29/10/2020 να ήταν μεμονωμένο συμβάν, αλλά τα υπόλοιπα, που αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν είναι μεμονωμένα συμβάντα εντός των ΑΕΙ. Για όσα συμβαίνουν μέσα στα ιδρύματα, δεν αρκεί η τήρηση μέτρων φύλαξης έξω από αυτά ή στις εισόδους τους (θυρωροί, επίδειξη ταυτότητας).

Υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις στη θέσπιση «Ομάδας Προστασίας». Μία είναι ότι η παραβατικότητα μέσα στα ΑΕΙ δεν αποτελεί το κύριο πρόβλημά τους, αφού αυτά πάσχουν από υποχρηματοδότηση. Πράγματι το 2017 η Ελλάδα αφιέρωνε μόνο το 0,8% του ΑΕΠ της στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έναντι 1,2% του μέσου όρου της Ε.Ε. (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, ΟΟΣΑ, Education at a Glance 2020). Ποιος όμως θα έδινε περισσότερα χρήματα σε οποιονδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό δεν μπορεί να προστατεύσει το προσωπικό του και τα περιουσιακά στοιχεία του;

Η άλλη αντίρρηση είναι ότι η αντιπαράθεση στα ΑΕΙ, ακόμα και με αντισυμβατικούς όρους, είναι μέρος της ακαδημαϊκής κουλτούρας και ότι η καλλιέργεια της επιστήμης δεν είναι συμβατή με τη μόνιμη παρουσία κάποιου σώματος αστυνόμευσης. Θεωρητικά, αυτό είναι σωστό. Ωστόσο, τα όρια της αντισυμβατικής αντιπαράθεσης αφήνονται στη διακριτική ευχέρεια όσων χρησιμοποιούν τα αντισυμβατικά μέσα (π.χ., προπηλακισμούς καθηγητών, καταστροφές γραφείων κ.ά.), αφού κανείς μέσα στα ΑΕΙ δεν μπορεί να τους σταματήσει. Οσοι θέλουν, όποτε θέλουν, ασκούν φυσικά βία κατά προσώπων και πραγμάτων. Ας δεχθούμε ότι αυτοί είναι λίγοι και το φαινόμενο δεν είναι συχνό. Γιατί, όμως, η καλλιέργεια της επιστήμης είναι συμβατή με τη δυνατότητα άσκησης φυσικής βίας από τους «αντισυμβατικούς» φοιτητές και άλλους που δρουν κατά βούληση, αλλά δεν είναι συμβατή με τη δυνατότητα πρόληψης της φυσικής βίας από εκπαιδευμένους υπαλλήλους του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη που θα δρουν κατά τον νόμο και θα λογοδοτούν επ’ αυτού;

Η συνήθης, αλλά εσφαλμένη, απάντηση είναι ότι αυτό θα ήταν αντισυνταγματικό, αφού θα προσέβαλλε το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ. Το ανωτέρω υπουργείο θα ασκούσε εξουσία εντός των αυτοδιοικούμενων ΑΕΙ. Οσοι επικαλούνται αυτό το επιχείρημα, έχουν αναγάγει τη συνταγματική ρύθμιση του άρθ. 16 παρ. 5 για το αυτοδιοίκητο ως αρχή σχεδόν απεριόριστη και πάντως υπέρτερη έναντι των ατομικών ελευθεριών που παραβιάζονται στα ΑΕΙ. Σύμφωνα με τον γνωστό συνταγματολόγο Παναγιώτη Μαντζούφα (ΑΠΘ), το αυτοδιοίκητο αφορά κυρίως τη θεσμική προστασία άσκησης της ακαδημαϊκής ελευθερίας, της ελευθερίας της έκφρασης και των σχετικών με αυτές ελευθεριών έρευνας και διδασκαλίας στο πανεπιστήμιο. Δεν αφορά την απαγόρευση προληπτικής αστυνόμευσης, καθώς, μετά την κατάργηση του «ασύλου», η αστυνομία μπορεί να επέμβει κατασταλτικά. Αυτή, προσθέτω, θα δρούσε προληπτικά, ώστε φοιτητές να μην μπορούν να κρατήσουν ομήρους τους καθηγητές τους (εντελώς ενδεικτικά: πρώην ΑΣΟΕΕ στις 6/5/2008, Πανεπιστήμιο Κρήτης στις 10/10/2011, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας στις 4/6/2008 και στις 18/12/2012, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1/3/2013 και 30/10/2014). Τελικά, πόσες ατομικές ελευθερίες όσων εργάζονται ή φοιτούν στα ΑΕΙ πρέπει να τίθενται σε κίνδυνο, ώστε να μη βλαφθεί το δήθεν απεριόριστο του συνταγματικού αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ;

Ασφαλώς δεν παραβιάζονται διαρκώς όλες οι ατομικές ελευθερίες σε όλα τα ΑΕΙ. Η παρουσία «Ομάδων Προστασίας» υπό τη διοίκηση της ΕΛ.ΑΣ. θα αντιμετώπιζε ένα περιοδικό φαινόμενο σε μερικά ΑΕΙ. Γι’ αυτό θα έπρεπε να εφαρμοστεί μόνο σε χώρους όπου παρουσιάζονται οξυμένα τα παραπάνω προβλήματα και να έχει ημερομηνία λήξης. Μάλιστα, έπειτα από ένα διάστημα προληπτικής παρουσίας των ομάδων εντός των ΑΕΙ, εάν μειωθούν τα προβλήματα, η πολιτεία θα μπορούσε να ζητήσει από τους εργαζομένους (καθηγητές, διοικητικούς υπαλλήλους) να αποφανθούν για τη διατήρηση ή απόσυρση των ομάδων αυτών.
 
* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.