ΑΠΟΨΕΙΣ

Εξοπλισμοί και εγχώρια αμυντική βιομηχανία

Σήμερα αρχίζει να συζητείται στη Βουλή το νομοσχέδιο με το οποίο η Ελλάδα προχωρεί στην πρώτη σοβαρή ενίσχυση του οπλοστασίου της εδώ και πάνω από 15 χρόνια, με την προμήθεια γαλλικών μαχητικών τύπου Ραφάλ με τα σύγχρονης τεχνολογίας βλήματα και πυραύλους που τα συνοδεύουν. Πρόκειται για μια κίνηση που σηματοδοτεί τη βούληση της Ελλάδας να επενδύσει στην ασφάλειά της αλλά και να στείλει όλα τα απαραίτητα μηνύματα. Τους επόμενους μήνες θα ακολουθήσουν δύσκολες διαπραγματεύσεις, με διόλου εμφανή την κατάληξή τους, σχετικά με την προμήθεια κύριων μονάδων επιφανείας (φρεγατών) για το Πολεμικό Ναυτικό. Αν σε αυτές τις επιλογές προστεθεί η ευρισκόμενη σε εξέλιξη αναβάθμιση των 85 μαχητικών F-16 της Πολεμικής Αεροπορίας και η δημιουργία Διεθνούς Αεροπορικού Κέντρου Εκπαίδευσης στην Καλαμάτα από το Ισραήλ, τότε συμπληρώνεται ένας προϋπολογισμός ο οποίος σε βάθος πολλών χρόνων θα αγγίξει τα 10 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ένα κόστος που υποδηλώνει ότι η ασφάλεια του κράτους είναι ακριβό σπορ, αν και απαραίτητο για την επιβίωσή του.

Ολες αυτές οι προμήθειες, σε συνδυασμό με την αναβάθμιση ορισμένων υποδομών, δημιουργούν ένα περιβάλλον πολύ ευνοϊκό και για το επόμενο βήμα, που δεν είναι άλλο από την ανασύνταξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Εως τώρα η εγχώρια αμυντική βιομηχανία στηρίζεται σε προγράμματα που την κρατούν προσδεμένη σε γραμμές παραγωγής μεγάλων εταιρειών με διεθνή παρουσία. Μπορεί τα προγράμματα αυτά να φαντάζουν «μικρά», ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι ο διεθνής ανταγωνισμός περιλαμβάνει χώρες όπως η Ινδία, το Ηνωμένο Βασίλειο ή το Ισραήλ, με τεράστια τεχνογνωσία και εμπειρία. Οπότε τα μεγέθη είναι μάλλον σχετικά. Τα νέα προγράμματα μπορεί να γίνουν κάλλιστα αφορμή για την αναδιοργάνωση υποδομών που αυτή τη στιγμή είναι είτε παρωχημένες είτε σε πλήρη αχρησία. Προσφέρουν, επίσης, τη δυνατότητα στη μικρή αλλά υφιστάμενη αμυντική βιομηχανία (από την ΕΑΒ, την ΕΑΣ και την ΕΛΒΟ) και στα ναυπηγεία να προχωρήσουν παρακάτω, στην επόμενη εποχή, ξεκολλώντας επιτέλους από τη… δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Ολα αυτά δεν είναι ούτε εύκολα ούτε δεδομένα και απαιτούν επιμονή στον στόχο. Διαφορετικά, η δυναμική που δημιουργούν αυτά τα νέα προγράμματα μπορεί εύκολα να χαθεί και να μην οδηγήσει στα παράπλευρα κέρδη που αυτή τη στιγμή είναι απαραίτητα για τη στήριξη όχι μόνο της αμυντικής βιομηχανίας, αλλά και της συνολικότερης προσπάθειας αναστήλωσης της ελληνικής οικονομίας.