ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

Μια διαδεδομένη παρεξήγηση

Η δυσαρέσκεια για την απόφαση Facebook και Twitter να αποβάλουν τον Ντόναλντ Τραμπ από τα δίκτυά τους βασίζεται σε μία παρανόηση: ότι τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν πραγμάτωση του δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου, καθώς κι ένα είδος ιδιοκτησίας μας. Συχνά, στις ίδιες πλατφόρμες, τυχαίνει να παρατηρούμε έξαλλους χρήστες να διαμαρτύρονται επειδή κάποιος τους διέγραψε ή τους μπλόκαρε έπειτα από μια διαφωνία. «Είσαι φασίστας! Εχω δικαίωμα να εκφράζω τη γνώμη μου, πώς τολμάς να μου το στερείς;» Τα κοινωνικά δίκτυα, όμως, δεν είναι απόλυτο ατομικό δικαίωμα, ούτε προσωπικοί χώροι. Είναι πατέντες ιδιωτικών εταιρειών που ορίζουν δικούς τους κανόνες χρήσης, ένας από τους οποίους είναι και η δυνατότητα αποκλεισμού χρηστών είτε από άλλους χρήστες είτε από την ίδια την εταιρεία. Εφόσον ο Τραμπ παραβίασε τους κανόνες, ορθώς αποβλήθηκε.

Ακούσιες τερατογενέσεις

Το εύρος που έχουν προσλάβει τα κοινωνικά δίκτυα, ωστόσο, δημιουργεί ένα σαφές πρόβλημα στον γενικό κανόνα της ρύθμισής τους από την ιδιοκτησία τους. Η εξάρτηση ή ακόμα και η υποκατάσταση των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης από αυτά έχουν θεμελιώσει μια ιδιάζουσα μορφή ισχύος που ξεφεύγει από το εμπορικό πλαίσιο και αποκτά πολιτική υπόσταση. Οταν μάλιστα η ισχύς αυτή μεταφράζεται σε επιδραστικότητα και αποδεικνύεται ικανή να πυροδοτεί προπαρασκευαστικές ενέργειες οιονεί πραξικοπημάτων, γίνεται σαφές ότι δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μία υπηρεσία, αλλά με ανεπίσημη εξουσία που υπερβαίνει τους δημοκρατικούς θεσμούς και δύναται να σπρώξει την κοινωνία σε ακραίες καταστάσεις.

Τρομακτική νομιμότητα

Το Facebook και το Twitter δεν είναι πια απλοί χώροι διαμοιρασμού κι ανταλλαγής πληροφοριών. Είναι κυρίαρχα περιβάλλοντα έκφρασης που έχουν απορροφήσει όλα τα άλλα. Κατά μία εντελώς πρακτική έννοια, έχουν εξασφαλίσει το προνόμιο της αποκλειστικής διαχείρισης του δημοσίου διαλόγου, αφού ο διάλογος διεξάγεται κατεξοχήν σε αυτά. Ακόμη κι αν δεν παρανομούν τυπικά, διαμορφώνουν μια νεοπαγή κατάσταση μονοπωλίου του λόγου, που εκ των πραγμάτων ο νόμος δεν είχε την ευκαιρία να αξιολογήσει έως τώρα, γιατί δεν υπήρξε το αντίστοιχο κοινωνικό αίτημα. Αν τα κοινωνικά δίκτυα είναι πρακτικώς απαραίτητα για να υπάρξει κάποιος πολιτικά, η αποστέρησή του από αυτά δημιουργεί μια ξεκάθαρη ανισότητα προβολής κι εκπροσώπησης.

Αναπόδραστη κοινωνική ευθύνη

Το επιχείρημα ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποκλείουν χρήστες βάσει προϋπαρχόντων κανόνων, με τους οποίους οι χρήστες συμφώνησαν πριν ανοίξουν τους λογαριασμούς τους, αδυνατίζει όσο διογκώνονται οι συνέπειες της παντοκρατορίας τους. Πώς εφαρμόζονται οι κανόνες; Πώς αποφασίζεται η βαρύτητα των κυρώσεων; Αντιμετωπίζονται όλοι οι παραβάτες με την ίδια αυστηρότητα; Εφόσον το Facebook και το Twitter, από ψηφιακά εργαλεία για γνωριμίες και για σκότωμα της ώρας, έχουν πια εξελιχθεί σε ρυθμιστές εξεγέρσεων και εκλογών, η ευθύνη τους αλλάζει, επίσης, πίστα. Πώς κατοχυρώνεται ότι τη διαχειρίζονται με κοινωνικά ασφαλή και δίκαιο τρόπο και πώς ακριβώς στοιχειοθετείται η έννοια του δικαίου σ’ αυτή την περίπτωση;

Ανάγκη για κράτος

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμα και η αποβολή του Τραμπ έγινε κατόπιν εορτής κι ενώ προηγήθηκαν αρκετά χρόνια παρόμοιας συμπεριφοράς του, η οποία όμως αντιμετωπίστηκε επιεικέστερα μέχρι σήμερα. Αν ένας παράφρων χρησιμοποιεί ένα βήμα για να συσπειρώσει άλλους παράφρονες ώστε να προβούν σε παράνομες ενέργειες, το βήμα αυτό είναι εξόχως προβληματικό, ανεξάρτητα από τα μέτρα που λαμβάνουν ή δεν λαμβάνουν οι πάροχοί του. Μιλάμε πλέον για μια παθογένεια που αγγίζει το πεδίο της δημόσιας ασφάλειας, η οποία δεν νοείται να επαφίεται σε επιχειρηματίες. Σταδιακά, αρχίζουμε να αποκτούμε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αξιώσεις που κανονικά εγείρουμε απέναντι σε κρατικούς θεσμούς. Κι όσο παράλογο κι αν ακούγεται αυτό, δεν είναι καθόλου, από τη στιγμή που επηρεάζουν το κράτος με τόσο καθοριστικό τρόπο.

Η λαϊκή δύναμη

Η σύνδεση της ποιότητας της δημοκρατίας με την ποιότητα του Facebook και του Twitter είναι ακραία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άστοχη. Σε ακραίους καιρούς, οι ακρότητες είναι η πιο αντιπροσωπευτική ένδειξη ρεαλισμού. Ενας υποθετικός, όμως, παρεμβατισμός του κράτους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (εξέλιξη που πολλοί έχουν ονειρευτεί, από διάφορα στρατόπεδα) θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα θα έλυνε. Οσο ανεπιθύμητη είναι η κορπορατική επιβολή πολιτικών τάσεων, άλλο τόσο είναι και η κρατική επιβολή πολιτικής ορθότητας. Το βάρος της εξυγίανσης της δημοκρατίας, λοιπόν, μπορεί και οφείλει να αναλάβει μόνο ένα σώμα: αυτό των πολιτών.

Παύση εθισμών

Ανεξαρτήτως χώρας και συμπάθειας ή αντιπάθειας προς τα social media, οι πολίτες πρέπει να αρθούν στο ύψος της δημοκρατίας που επιθυμούν να έχουν. Η μονομανής, συχνά απότοκη βαρεμάρας και συνήθειας, έμφαση σε ένα είδος ενημέρωσης αποβαίνει εις βάρος όλων των υπολοίπων και τελικά εις βάρος της ίδιας της πολυφωνίας. Η ψηφιακή ζωή και ο αυτοματισμός της χαρίζουν υπερεξουσίες σε εταιρικές οντότητες και μας φέρνουν προ τετελεσμένων παραδοξοτήτων: δεν θέλουμε ο Τραμπ να μπορεί να οργανώνει εξεγέρσεις διαδικτυακά, αλλά δεν θέλουμε κι επιχειρηματίες του Διαδικτύου να αποφασίζουν ποια φωνή θα φτάνει στ’ αυτιά μας και ποια όχι (ακόμη κι αν το τελευταίο μάς απαλλάσσει από την απεχθή κακοφωνία του τέως προέδρου). Σ’ αυτό, υπάρχει μια απλή λύση. Λογκ άουτ και αποτοξίνωση. Κι ας ανοίξουμε και καμιά εφημερίδα χωρίς να περιμένουμε να μας σερβιριστούν τα άρθρα της υπό μορφή υπερσυνδέσμου.